Category Archives: Παράδοση

Παλιό κάρο στην πόλη της Λευκάδας

Το κάρο ήταν ένα από τα αρχαιότερα μεταφορικά και φορτηγά μέσα. Το συγκεκριμένο της φωτογραφίας είναι τετράτροχο και το τραβάει ένα άλογο. Έχει φωτογραφηθεί (μάλλον) στην πόλη της Λευκάδας.

«Η κατασκευή του κάρου άρχιζε από τις ρόδες. Κάθε ρόδα είχε το ξύλινο στεφάνι, που σχηματιζόταν από 6 κυκλικά κομμάτια. Στη μέση της ρόδας ήταν η κεφαλή [κεφαλάρι], που είχε μια τρύπα στη μέση και 12 άλλες τρύπες περιμετρικά. Από αυτές ξεκινούσαν 12 ακτίνες, [παρμάκια] που κατέληγαν ανά δύο στα 6 ξύλινα κομμάτια του στεφανιού της ρόδας. Τελευταία έμπαινε το σιδερένιο στεφάνι [ταμπάνι], που πριν το τοποθετήσουν το ζέσταιναν σε δυνατή φωτιά για να διασταλεί. Μετά με τσιμπίδες το έπιαναν και το τοποθετούσαν γύρω από την ξύλινη ρόδα και με γρήγορες κινήσεις έριχναν τη ρόδα μέσα σε νερό για να μην καεί το ξύλο. Το σιδερένιο στεφάνι έσφιγγε αμέσως πάνω στο ξύλινο και γινόταν ένα σώμα. Με τον ίδιο τρόπο, έφτιαχναν τις τέσσερις ρόδες. Μετά κατασκεύαζαν τους σιδερένιους άξονες, οι οποίοι ένωναν ανά δύο τις ρόδες. Πάνω στους άξονες τοποθετούσαν τις σούστες. Στη συνέχεια κατασκεύαζαν την καρότσα. Αυτή ήταν από ξύλο οξιάς ή πουρναριού. Τα ξύλα αυτά τα έκοβαν σε σανίδες. Συνήθως τρεις σανίδες αποτελούσαν το κάτω μέρος της καρότσας και από δυο ή τρία σανίδια, ανάλογα με το είδος της καρότσας, τα πλαϊνά. Το επόμενο στάδιο ήταν να φτιάξουν τις σιδερένιες βάσεις των αξόνων που θα ένωναν την καρότσα με τις ρόδες. Όπως είπαμε για την κατασκευή του κάρου, ειδικοί σιδεράδες έφτιαχναν τα σιδερένια κομμάτια του κάρου και ειδικοί ξυλουργοί τα ξύλινα μέρη του…» (Πηγή: Διαπολιτισμικό Δημοτικό Σχολείο Σαπών).

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Παράδοση, Παλιές φωτογραφίες

Πλανόδια επαγγέλματα που χάνονται

Πολλά από τα πλανόδια επαγγέλματα στην Ιθάκη, ήταν εισαγόμενα. Οι επαγγελματίες κι οι τεχνίτες ερχόντουσαν από τα γύρω μέρη και ιδιαίτερα, από την Ήπειρο, την Λευκάδα, το Ξηρόμερο κ.α.

ithaki

ΜΕΤΑΠΡΑΤΗΣ (Μανάβης)

Τα διάφορα γεωργικά προϊόντα, όπως λαχανικά, φρούτα, δημητριακά, ξηρούς καρπούς και ψάρια, τα μετέφεραν από γειτονιά σε γειτονιά, σ’ όλα τα χωριά οι Μεταπράτες. Μεταφορικό μέσον ήταν τα γαϊδουράκια τους, που τα φόρτωναν με δύο κασέλες ή κοφίνια, ανάλογα με το εμπόρευμα. Το ζύγισμα γινόταν με την πελάντσα. Ένας ιδιόρρυθμος τύπος ήταν ο Γωγάκης, ο οποίος ερχόταν από το Βαθύ με τα πόδια, φορώντας ένα παντελόνι γεμάτο μπαλώματα διαφόρων χρωμάτων, φορτωμένος με δύο καλάθια κι αγόραζε αυγά, φωνάζοντας: “Αυγάάάά αγοράζωωω”! Τα αυγά τα έβαζε στο ένα καλάθι, ενώ στο άλλο έβαζε πέτρες για το.. ισοζύγιο!

ΣΑΜΑΡΑΣ

Κάθε σπίτι, είχε το γαϊδούρι του, για τις ανάγκες της οικογένειας και την μεταφορά διαφόρων πραγμάτων, όπως ελιές, ξύλα, αλέσματα για τον μύλο κ.λ.π. Κάθε γαϊδούρι, είχε το σαμάρι του, για το φόρτωμα. Για τα σαμάρια υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, που τα έφτιαχναν και τα διόρθωναν. Για την κατασκευή τους μεταχειρίζονταν ξύλο οξυάς. Πολλές φορές στόλιζαν το σαμάρι με διάφορα στολίδια.

ΒΑΡΕΛΑΣ

Ένα–δυό μήνες πριν τον τρύγο παρουσιάζονταν οι βαρελάδες, τεχνίτες για τις επιδιορθώσεις των βαρελιών, που ερχόντουσαν από την Ήπειρο. Διαλούσαν τα βαρέλια από τις δούγιες αφαιρώντας τα στεφάνια που τις κρατούσαν, τις καθάριζαν αν χρειαζόταν, τις πλανιάριζαν λίγο για να εφάπτονται καλά και μετά τις ξανατοποθετούσαν και τις έσφιγγαν με τα στεφάνια τους. Κατόπιν οι νοικοκυραίοι, γέμιζαν τα βαρέλια με νερό ή τα πήγαιναν στη θάλασσα για να στανιάρουν.

ΨΙΛΙΚΑΤΖΗΣ

Άλλος συμπαθής πλανόδιος πωλητής, ήταν και ο ψιλικατζής. Με μια μόστρα μπροστά του πουλούσε κουμπιά, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ, καρφίτσες, χτένες, βελόνια και ότι άλλο χρειαζόντουσαν οι νοικοκυρές και τα κοριτσόπουλα της εποχής. Ο ψιλικατζής είναι ο έμπορος του μικρόκοσμου, ο νάνος του εμπορίου, εύγλωττος, ευγενικός, υποχρεωτικός και προ πάντων πειστικός, που είναι αδύνατον να μην πάρεις κάτι από το εμπόρευμά του.

ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ (Καλατζής)

Με μια καναβατσένια σακούλα στην πλάτη γυρνούσε στα χωριά φωνάζοντας: “Ο γανωματής, όλα τα γανώνω”! Συνήθως οι γανωματήδες ερχόντουσαν το φθινόπωρο και κατάλυμμά τους, ήταν τα λιτρουβιά. Μάζευαν τις κατσαρόλες από χάλκωμα και τις περνούσαν καλάϊ. Ερχόντουσαν από τα Γιάννενα, κάθε χρόνο οι ίδιοι και τους γνωρίζανε όλοι με τα μικρά τους ονόματα.

Όλα αυτά τα επαγγέλματα και τους ανθρώπους τους, τα σάρωσε η σύγχρονη τεχνολογία.

Από ανάγκη αρκετές γυναίκες, εμπορεύονταν ξύλα, τα οποία κουβαλούσαν στο κεφάλι τους. Τα μάζευαν από το βουνό κατά προτίμηση ξερά και τα διέθεταν στα διάφορα σπίτια , αλλά και στους φούρνους, που τότε έκαιγαν ξύλα. Στους φούρνους τα κουβαλούσαν με γαϊδούρια και τα έδιναν με το ζύγι ή με το γαϊδαροφόρτι.

Πηγή : Το βιβλίο του Θιακού συγγραφέα και φίλου Ανδρέα Λ. Αναγνωστάτου ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΗΣ ΙΘΑΚΗΣ
======================================================
Εμείς το πήραμε -καθώς και τη φωτογραφία- από το ιστολόγιο του κ. Τηλέμαχου Καραβία (www.ithacanews.gr)

Σχολιάστε

Filed under Δανεισμένα, Επτάνησα, Παράδοση

Η νεροτριβή στο Μοναστηράκι του Δήμου Ανακτορίου

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας - Νεροτριβή (Πηγή: www.in.gr - Αγροτουρισμός)

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης Δημητσάνας - Νεροτριβή (Πηγή: http://www.in.gr - Αγροτουρισμός)

Νεροτριβή δεν υπήρχε νομίζω παλιότερα στο νησί μας. Λιγοστά τα νερά. Έτσι, όταν έπρεπε να πλυθούν τα υφαντά μάλλινα χοντρόσκουτα -μαντανίες, βελέντζες, φλοκάτες, καρπέτες κ.ά- περνούσε κάποιος από το χωριό μας και τα έπαιρνε για τη νεροτριβή. Τώρα που ακριβώς τα πήγαινε δεν ξέρω…

Ο σωστός υπολογισμός του χρόνου παραμονής του κάθε υφαντού στον κάδο ήταν μια τέχνη που έπρεπε να την κατέχει ο νεροτριβιάρης ή ντριστελιάρης.

Όπως διαβάσαμε στο ιστολόγιο Ξηρόμερο News μια τέτοια νεροτριβή φαίνεται να λειτουργεί ακόμη και σήμερα στο κοντινό μας Μοναστηράκι του Δήμου Ανακτορίου:

«Στο χωριό Mοναστηράκι υπάρχει και λειτουργεί ακόμα και σήμερα η παραδοσιακή νεροτριβή που χρησιμοποιείται για το πλύσιμο ρούχων με τη ροή φυσικού τρεχούμενου νερού από τα Ακαρνανικά όρη. Η νεροτριβή επεξεργάζεται μάλλινα υφαντά (φλοκάτες, κουβέρτες, μαντανίες, κάπες κ.α.). Η πτώση του νερού στον κάδο προκαλεί τη δημιουργία στροβίλων, οι οποίοι συμπαρασύρουν τα ρούχα και η δημιουργούμενη τριβή των ρούχων με το νερό δίνει μία άλλη όψη στα υφαντά και τα χοντρά ρούχα γιατί χνουδιάζουν και γίνονται αφράτα και μαλακά. Με την τριβή του νερού τα υφαντά «αναμαλλιάζουν», χνουδιάζουν, γίνονται αφράτα και τα στημόνια με τα υφάδια δημιουργούν ένα σώμα (κλείνουν τα αναμεταξύ τους κενά).

nerotrivi_03

Είναι καθημερινό συνηθισμένο θέαμα στη νεροτριβή τα απλωμένα για να στεγνώσουν ρούχα από το δυνατό φως και τον αέρα.

nerotrivi_02

Για την αξιοποίηση της νεροτριβής ο ίδιος ο ιδιοκτήτης σκέπτεται να δημιουργήσει Μουσείο υδροκίνησης το οποίο θα συμβάλλει στην τουριστική ανάπτυξη της μαγευτικής περιοχής του Ξηρομέρου – ΦΩΤΟ: Photo art angelos».
=====================================================
Πηγή: Ιστολόγιο Ξηρόμερο News

Σχολιάστε

Filed under Δανεισμένα, Λαογραφία, Παράδοση

Ένας τσοπάνος αφηγείται… Νίκος Αγγέλης

«Ένας τσοπάνος αφηγείται…», στην προκειμένη περίπτωση ο Ξηρομερίτης Νίκος Αγγέλης. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Αιτωλοακαρνανικό Τύπο». Εμείς το βρήκαμε στο Αστακιώτικο ιστολόγιο του κ. Ζαρκαδούλα «ο Αστακός στης θάλασσας τον πάτο» απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Παράλληλες διαδρομές με πολλούς άλλους, εδώ στον τόπο μας… Αφηγητής θα μπορούσε κάλλιστα να ‘ναι ο κάθε ένας τσοπάνος της ορεινής Λευκάδας. Δεν θα άλλαζαν και πολλά πράγματα, ούτε καν η «τσοπάνικη ορολογία» -απέναντι εξάλλου είναι το Ξηρόμερο και οι αλληλοεπιδράσεις των δυο τόπων είναι γνωστές-, μόνο τα τοπωνύμια.

Να αναφέρουμε με την ευκαιρία και κάποιους Κολυβιάτες τσοπάνους που γνώρισα τουλάχιστον εγώ, γιατί παλιότερα δεν πρέπει να υπήρχε οικογένεια στο χωριό μας, τα Κολυβάτα Λευκάδας, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή Αλεξάνδρου που να μην ασχολείται στον ένα ή στον άλλο βαθμό με την κτηνοτροφία. Αυτοί ήταν: ο Νικολέτος Κολυβάς (Καραΐσκος), ο Λάκης Κολυβάς (Μπερδεμπές) και ο αδελφός του ο Κώστας, ο Θοδωρής Βρεττός (Σκεβρωμένος), ο Χρήστος Βλάχος (Γέροντας), ο Χρήστος Βρεττός (Πλιάτσικας), ο Κώστας Βλάχος (Βλαχάκιας), ο Σωτήρης Κολυβάς κ.ά.
======================================================

Νίκος Δ. Αγγέλης

Νίκος Δ. Αγγέλης

Πρόκειται για την ιστορία ζωής του Νικολάου Αγγέλη, ο οποίος γεννήθηκε στα Βλυζιανά, ένα ορεινό χωριό του Ξηρομέρου. που εκείνη την εποχή είχε σημαντική κτηνοτροφία. Παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας, που είχε άλλα τέσσερα παιδιά, αναγκάστηκε από νωρίς να βγει στη βιοπάλη. Από τα εφτά του χρόνια ακολούθησε τον πατέρα του στο κοπάδι με τα γίδια, κοντά στα οποία θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του.

Ας «ακούσουμε» όμως τον ίδιο, καθώς ξετυλίγει το νήμα της ζωής του: «Είχε ανάγκη ο πατέρας μ’ για να τόνε βοηθήσω και με πήρε στα πράματα. Βοήθαγα τον πατέρα μ’ όσο μπορούσα. Γένναε η γίδα, την έπαιρνα, την πήγαινα στο μαντρί τ’ς, να τ’ς δώσω να φάει, να νε βάλω σε απόγονο για να μην κρυώνει…».

Έτσι, ενώ ήταν καλός μαθητής και αγαπούσε τα γράμματα, δυστυχώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να γίνει τσοπάνος. «Έβγαλα την εβδόμη τάξ’ τ’ Δημοτικού» λέει. Και θυμάται τότε που έγραφε στην πλάκα με το κοντύλι… Τόχει καημό, που δεν μπόρεσε να συνεχίσει το σχολείο, να μάθει γράμματα: «θα νάχα κι εγώ τα μάτια μ’ ανοιγμένα, αλλά ας όψεται η ανάγκη!» μονολογεί με παράπονο. Εφτάχρονο παιδί ενώ η θέση του ήταν στο σχολείο, αυτός παίρνει το δρόμο για το βουνό και τη στάνη, κοντά στον πατέρα του αρχικά, όπως αναφέραμε, και μόνος στη συνέχεια, αφού ήταν ο μεγαλύτερος της οικογένειας και επωμίστηκε την ευθύνη του κοπαδιού.

Από νωρίς λοιπόν μαθαίνει να φτιάχνει μαντριά για τα γίδια του, καλύβα για τον ίδιο, να τυροκομίζει κ.ά. «Για τα μαντριά διαλέγαμε τόπο νάναι προσήλιο, νάναι απόγονο, για να μην κρυώνε τα πράματα, γιατί τότε δεν ήτανε η εξέλιξη η σημερινή. Φτιάχναμε τα μαντριά με κλαριά, να μην περάει το κρύο, με ψαθιά, με φτέρες. Μετά καταλήξαμε στα τσίγκια. Τώρα είναι όλα στεγασμένα σε τσίγκια…». Αναφέρεται, στα διάφορα είδη μαντριών, που χρησίμευαν αντίστοιχα για τα στέρφα, τα γαλάρια και τα κατσίκια. «Ο τσάρκος ήτανε που μπαίνανε τα κατσίκια μέσα και μαζευόντανε και κοιμόντανε μοναχά τ’ς. Β’ζαίνανε τ’ς μανάδες τ’ς και μετά τα χωρίζαμε και τα βάζαμε μέσα τα κατσίκια στον τσάρκο, χωριστό δωμάτιο δηλαδή».

Ο Θοδωρής Βρεττός μπροστά στην καλύβα του στο Δάσος των Σκάρων (Πηγή: Φριτς Μπέργκερ από το λεύκωμα «όταν υπήρχε το χαμόγελο...», Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ν. Λευκάδας)

Ο Θοδωρής Βρεττός μπροστά στην καλύβα του στο Δάσος των Σκάρων (Πηγή: Φριτς Μπέργκερ από το λεύκωμα «όταν υπήρχε το χαμόγελο...», Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων Ν. Λευκάδας)

Παλιά ο τσοπάνος ήταν αναγκασμένος να μένει και τη νύχτα στη στάνη, αφενός για να προστατεύει το κοπάδι του από διάφορους κινδύνους και αφετέρου, γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα γρήγορης μεταφοράς του στο χωριό, λόγω έλλειψης αγροτικών αυτοκινήτων. Γι’ αυτό κατασκεύαζε ένα χώρο, όπου διέμενε ο ίδιος, αλλά και η οικογένειά του πολλές φορές. Η καλύβα, όπως ονομάζονταν η τσοπάνικη κατοικία, κατασκευαζόταν από ξύλα, κλαριά, ψαθιά, φτέρες που με μαστοριά χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο τσοπάνος σε συνεργασία με άλλους. Εκεί μέσα τοποθετούσε ένα πρόχειρο νοικοκυριό και τα σύνεργα που απαιτούνταν για τις ανάγκες του. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα στη μέση της καλύβας άναβε φωτιά για να ζεσταθεί, να πυρώσει καμιά φέτα ψωμί ή να βράσει ένα κατσαρόλι γάλα για να κάνει μια χορταστική τριψάνα.

Ο Λάκης Κολυβάς (Μπερδεμπές) όταν σε μεγάλη ηλικία εγκατέλειψε τους Σκάρους και έκανε τον τσοπάνο χαμηλώτερα, στο χωριό Κολυβάτα (Πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή», αν δεν απατώμαι, από ένα αφιέρωμα για την Λευκάδα)

Ο Λάκης Κολυβάς (Μπερδεμπές) όταν σε μεγάλη ηλικία εγκατέλειψε τους Σκάρους και έκανε τον τσοπάνο χαμηλώτερα, στο χωριό Κολυβάτα (Πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή», αν δεν απατώμαι, από ένα αφιέρωμα για την Λευκάδα)

Η ζωή του τσοπάνου ήταν πολύ δύσκολη τότε, αφού ήταν υποχρεωμένος να είναι ολημερίς κοντά στο κοπάδι του, εξαιτίας του φόβου των λύκων, αλλά και των ζωοκλεφτών της εποχής. Το καλοκαίρι τον έλιωνε το λιοπύρι και το χειμώνα το κρύο, οι βροχές και τα χιόνια: «Η πιο δύσκολη εποχή για το τσοπάνο ήτανε ο χειμώνας, πόκανε κρύα και βροχές και πάηνε όλο βρεμένος και κρυωμένος, γιατί τότε δεν ήτανε τα σημερινά μέσα, ήταν φτώχιες,..». Για να προστατευτεί από την παγωνιά και τις φοβερές νεροποντές του χειμώνα ντυνόταν με χονδρά μάλλινα ρούχα: «Ντυνόμασταν βαριά, είχα κάπα απ’ τα ίδια τα τραγόμαλλα, π’ κουρεύαμε τα γίδια. Φκιάνανε κάπες, π’ διώχν’ το νερό και δε σε πιρουνιάζει μέσα, γιατί το τραγόμαλλο, που λέμε εμείς, είναι μοναδικό, για να φεύγει το νερό. Πέφτει η σταλαματιά στην τρίχα και φεύγει. Λίγο μαλλί από πρόβατο βάναμε μέσα, να μην είναι σκέτο τραγόμαλλο… έρχονταν ειδικοί, αυτοί που περπατάγανε και ράβανε κάπες στους τσοπάνηδες. Ραφτιάδες τ’ς λέγανε…».

Ως τσοπάνος είχε πάντα μαζί του την αγκλίτσα στο χέρι και το σακκούλι στον ώμο του. Μέσα στο σακούλι έβαζε το ψωμί τυλιγμένο στο «τβαέλι» (πετσέτα), το τυρί στον τυρολόγο και ένα παγούρι με νερό. Το ψωμοτύρι ήταν η βασική διατροφή του. Επίσης κουβαλούσε και τα σύνεργά του, για να πελεκίσει κανένα ξύλο, όταν του δίνονταν η ευκαιρία. Έφτιαχνε αγκλίτσες, ρόκες, αδράχτια, κουτάλες και άλλα ξύλινα αντικείμενα.

Ο ίδιος άρμεγε τις γίδες του και η νοικοκυρά από κοντά στη στρούγκα «τις κένταγε», τις χτυπούσε δηλαδή ελαφρά με ένα ξύλο, για να περνάνε μία-μία μπροστά στο στρουγγόλιθο, που κάθονταν αυτός για να τις αρμέξει. Μετά τυροκομούσαν το γάλα. Έκαναν τυρί για να πληρώσουν τα λιβαδιάτικα, να γεμίσουν τα βαρέλια τους, να πουλήσουν και μια ποσότητα για να βγάλουν κάποια έξοδά τους.

  Ήθελα να ‘μουν τσέλιγκας να ‘μουν κι ένας σκουτέρης
  Να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάση,
  Να ‘χω κοπάδι πρόβατα να ‘χω κοπάδι γίδια,
  Κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, να ‘χω και βοσκοτόπια,
  Το καλοκαίρι στα βουνά, και το χειμώνα στους κάμπους.
  Να χω από πάλιουραν βορό και στρούγκα από ροδάμι
  να ‘χω και σε ψηλή κορφή καλύβα από ρουπάκια
  να ‘χω και με βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,
  να ‘χω φλογέρα να λαλώ, ν’ αντιλαλούν οι κάμποι…

Ολημερίς ακολουθώντας το κοπάδι στη βοσκή, γύρναγε τόπους και ραχούλες στα Βλυζιανά αρχικά και στο Μαχαιρά αργότερα, όταν με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε εκεί. «Βίτσι, Ξοβούνι, Βρίστιανα, Αναβρυσιές, Μοναστράκια… τάχω περπατήσει αυτά…» λέει, καθώς θυμάται τις ατέλειωτες διαδρομές του στις βουνοκορφές του Ξηρομέρου.

Στο Δάσος των Σκάρων σήμερα...

Στο Δάσος των Σκάρων σήμερα...

Στα ζώα, για να τα ακούει, αλλά και για να τα καμαρώνει με την «αρματωσιά» τους, όπως λέει χαρακτηριστικά, κρεμούσε κύπρια και κουδούνια, που κατασκεύαζαν οι κουδουνάδες, με ωραίο ήχο, τα οποία τα περνούσε σε φαρδιές λουρίδες ή σε ξύλινα στεφάνια, που έφτιαχνε ο ίδιος. Προσπαθούσε να συνδυάζει αρμονικά τους ήχους των κουδουνιών ώστε αυτή η «ζυγιά», να δίνει μια υπέροχη μουσική αρμονία, που ακόμα αντηχεί στα αυτιά του ζωντανεύοντας μνήμες από το παρελθόν… Όταν πούλησε τα κοπάδια, κράτησε τα κουδούνια και με πόνο τα κρέμασε στο υπόγειο του σπιτιού του, θέλοντας να τα βλέπει που και που, να τα βροντάει ρυθμικά και να ακούει τον «αχό» τους. Είναι τα θυμητάρια της τσοπάνικης ζωής του, τα κουδούνια, η γκλίτσα, το σακκούλι, οι λιγοστές φωτογραφίες και μαζί οι πάμπολλες αναμνήσεις… «Αύριο να με θμήσεις, να σε κατεβάσω κάτ’ στο υπόγειο, να ακούσεις «τη ζυγιά» πόχω κρεμασμένη εκεί κατ’!» λέει με συγκίνηση καθώς αφηγείται.

Στη συνέχεια αναφέρεται και στις αρρώστιες που πάθαιναν τα γίδια του και στα γιατρικά με τα οποία τις αντιμετώπιζε τότε, που δεν υπήρχαν τα εμβόλια και τα φάρμακα, όπως σήμερα. Λέει ακόμα ιστορίες για λύκους, τσακάλια, αλεπούδες και φίδια… Αναφέρεται στις μαντείες και τα μελλούμενα, που έδειχναν τα σημάδια πάνω στην πλάτη του σφαχτού όταν έψηναν. Ήξερε να «διαβάζει» την πλάτη και να ερμηνεύει τα σημάδια της, για τον νοικοκύρη, τη νοικοκυρά, το κοπάδι και συνεχίζει την αφήγησή του αναφερόμενος στους νόστιμους μεζέδες που έφτιαχνε, δηλ. το κοκορέτσι, το σπληνάντερο και τα φρυγαδέλια.

Όταν ρωτιέται πόσες ώρες εργάζονταν απαντάει: «Δεν είχε ωράριο ο τσοπάνος. Δούλευε από νύχτα σε νύχτα τότε». Έφευγε από τα χαράματα και γύριζε στην καλύβα ή στο σπίτι του, νύχτα, σκοτάδι. Ούτε γιορτή, ούτε αργία υπήρχε γι’ αυτόν. Ειδικά όταν δεν είχε κάποιον να τον αντικαταστήσει. «Τα πράματα σε ήθελαν μέρα νύχτα κοντά τ’ς. Δύσκολα χρόνια παιδί μ’. Να βρέχει, να ρίχνει «τουρλάπ’» κι να λες Θεέ μ’! Να σμίγει ου ουρανός με τη γη! Τι έχει περάσ’ ετούτο το κορμί, τόσα χρόνια ξωμάχος!».

Εδώ κάνει μια παύση κι ύστερα συνεχίζει: «Τώρα δόξα τω Θεό, περνάω καλά γεράματα. Είμαι κοντά στα παιδιά μ’ και τα ‘γγόνια μ’. Έχω καλά παιδιά. Πήρα και χρυσή νύφη. Θέλω να τα ‘φήσω πίσω μ’ και να προκόβνε. Νάχνε την ευχή μ’ τα παιδιά μ’: ο Τάκης, η Μαρία, η Κική και τ’ αγγόνια μ’: η Μαρίνα, η Ρηνούλα, η Χαρούλα και ο Νικόλας μου., Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό εγγόνι που φέρει και το όνομα του. «Και ‘γω να φύγω για το τελευταίο ταξίδι μου, έτσ’ όπως είμαι, στα ποδαράκια μ’. Τίποτ’ άλλο δε θέλω…»

Μαρία Αγγέλη
Αιτωλοακαρνανικός Τύπος

Και ένα βιντεάκι του Νίκου Ζαρκαδούλα «αφιερωμένο στον μπάρμπα Αγγέλη, αλλά και σε όσους άλλους …Αγγέληδες και …τσοπάνηδες δεν είναι πια μαζί μας».


=====================================================
Πηγή: ιστολόγιο «Ο Αστακός στης θάλασσας τον πάτο»

Σχολιάστε

Filed under Δανεισμένα, Κολυβάτα, Παράδοση, Video

Μια βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του λαϊκού οργανοπαίχτη (κλαρίνο) Νίκου Βρυώνη

Ημερομηνία: Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009
Ώρα: 21.30
Τόπος: Πλατεία Αγίου Πέτρου
Περιοχή: Χωριό Άγιος Πέτρος, Λευκάδα
Κατηγορία: Μια βραδιά αφιερωμένη στη μνήμη του λαϊκού οργανοπαίχτη (κλαρίνο) Νίκου Βρυώνη – Θα τιμηθούν επίσης αγρότες και αγρότισσες του χωριού
Διοργανωτής: Ένωση Αγιοπετριτών Αττικής και τοπικοί φορείς Αγ. Πέτρου
Περισσότερες πληροφορίες: Συμμετέχουν στην δημοτική και λαϊκή ορχήστρα

Κλαρίνο: Διονύσιος Αρβανίτης (Κοπανέλος), Αργυρός Σπύρος (Αστυνομικός), Βασίλης Καγκελάρης (Γιάνναρος) και Ηρακλής Λογοθέτης, συνεργάτες και μαθητές του Βρυώνη

Τραγούδι: Νίκος Ζώγκος (Μάης), Διονύσης Ψωμάς και Γιάννης Ζώγκος (Μύγας) – Αρμόνιο: Μπάμπης Ραυτόπουλος – Ντραμς: Μπάμπης Κατηφόρης (Νιότσος), Μάκης Ζώγκος (Μύγας) και Σπύρος Καραβίας (Τόλης)

Έκτακτη συμμετοχή: Νίκος Πολίτης (Τσης) – τουμπερλέκι

Θα ακουστεί σε κασέτα ο Ν. Βρυώνης με το συγκρότημά του

Σχολιάστε

Filed under Ανακοινώσεις, Παράδοση

Συναυλία Φιλαρμονικής Λευκάδας – Αφιέρωμα στο Πάνθεο «Χορεύουν τα μπλε»

Ημερομηνία: Σάββατο 8 Αυγούστου 2009
Ώρα: 21.30
Τόπος: Κηποθέατρο «Άγγελος Σικελιανός»
Περιοχή: Λευκάδα
Θέμα: Συναυλία Φιλαρμονικής Λευκάδας
Περισσότερες πληροφορίες: Αφιέρωμα στο Πάνθεο «Χορεύουν τα μπλε». Συνδιοργάνωση με το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας.

chorevoun_ta_mple

«Η Φιλαρμονική Εταιρία Λευκάδος ιδρύθηκε το 1850 από επιφανείς Λευκαδίτες με επικεφαλής την Λαίδη Ντορίνα (Χρυσούλα) Καλκάνη- Πετριτσοπούλου, γυναίκα φιλόμουση και προοδευτική, τον Εθνικό Ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, τον Πάνο Στεφανίτση (εισοδηματία), τον Κων/νο Αλβανίτη (γιατρό και Δήμαρχο), τον Τζώρτζη Φ. Καλκάνη (εισοδηματία-Δήμαρχο), τον Κων/νο Φίλιππα (διαχειριστή κοινής περιουσίας του Δήμου Λευκάδας και Αστυνόμο),τον Ευστάθιο Πήλλικα (Δημαστυνόμο) και τον Ευστάθιο Σούρμπη (εισοδηματίας και Πρωτοδίκης). Είναι το αρχαιότερο σωματείο στην περιοχή και η δεύτερη χρονολογικά ιδρυθείσα φιλαρμονική στην Ελλάδα. Στη διάρκεια του μακρού της βίου γνώρισε μέρες δόξας και απέσπασε πολλές και σπουδαίες διακρίσεις.

Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδας (Πηγή: www.filarmoniki.gr - Επίσημος ιστότοπος της Φιλαρμονικής)

Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδας (Πηγή: http://www.filarmoniki.gr - Επίσημος ιστότοπος της Φιλαρμονικής)

Το 1864 παιανίζει για την Ένωση των Επτανήσων, το 1896 συμμετέχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, το 1906 παίρνει μέρος στην Μεσολυμπιάδα (μοναδική φιλαρμονική από τα Επτάνησα) και το 1983 της απονέμεται το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών. Πρώτη η Φιλαρμονική μας, τον περασμένο αιώνα, παρουσίασε θέατρο και άλλες αξιόλογες εκδηλώσεις. Επωμίσθηκε την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση του τόπου μας και δεν ανέστειλε τις δραστηριότητές της ακόμη και σε πολύ δύσκολες για το Νησί και την Πατρίδα μας περιόδους.

Στις 13-15/12/2002 η Μπάντα έλαβε μέρος στην 1η ΔΙΕΘΝΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΦΙΛΑΡΜΟΝΙΚΩΝ ΙΟΝΙΩΝ ΝΗΣΩΝ που πραγματοποιήθηκε στην Κέρκυρα υπό την αιγίδα της Γενικής Γραμματείας και του Υπουργείου Πολιτισμού. Εκεί έλαβαν μέρος η Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας, η Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδας, η Φιλαρμονική Γαστουρίου, η Φιλαρμονική Πάφου (Κύπρος ) και η Μουσική Ακαδημία Πνευστών Οργάνων της Μόσχας. Οι κριτικές που απέσπασε ήταν αντάξιες της ιστορίας και της προσφοράς της».

(Πηγή: Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος)

Σχολιάστε

Filed under Ανακοινώσεις, Καλοκαίρι 2009, Παράδοση

Κάποια παλιά εικονοστάσια που απαντήσαμε κατά καιρούς στην ύπαιθρο της Λευκάδας

eikonostasi_01

«Είναι απ’ τις πιο χαρακτηριστικές κατασκευές στην Ελληνική ύπαιθρο αλλά και στις πόλεις. Τα χιλιάδες εικονοστάσια στους Ελληνικούς δρόμους εντάσσονται απόλυτα στο φυσικό περιβάλλον όσο ελάχιστες άλλες ανθρώπινες κατασκευές. Η απίστευτη ποικιλία τους προσθέτει ένα μοναδικό στοιχείο, που, πέρα απ’ τον εξοικειωμένο με την ύπαρξή τους Έλληνα, εντυπωσιάζει κυρίως τον ξένο περιηγητή και συνδέεται αναπόσπαστα στη μνήμη του με τις μοναδικές εικόνες της Ελληνικής φύσης».

(Πηγή: Κάρολος Τριβιζάς, Εικονοστάσια στο ελληνικό τοπίο, Εκδόσεις Καλέντης, Αθήνα 2005, ISBN: 9602191600)

Κάντε διπλό κλικ για να μεγεθύνετε τις εικόνες…

1 σχόλιο

Filed under Λευκάδα, Μοναστήρια και Εκκλησίες, Παράδοση

Συνεχίζεται σήμερα και ολοκληρώνεται αύριο το τριήμερο της «Αναπαράστασης του Χωριάτικου Γάμου» στην Καρυά Λευκάδας

Έτυχε να προλάβω κάποιους παλιούς χωριάτικους λευκαδίτικους γάμους. Χθες βράδυ στην Καρυά, όπου παρουσιάστηκαν με τη σειρά όλα τα έθιμα που προηγούνται του μυστηρίου, τα ξαναθυμήθηκα μετά από τόσα χρόνια: «Τους αρραβώνες», «Τα προζύμια», «Τα καρφώματα»…

karia_gamos_01

Οι εκδηλώσεις αναπαράστασης του χωριάτικου γάμου που γίνονται ανελλιπώς από το 1979 στο κεφαλοχώρι της Καρυάς συνεχίζονται σήμερα το βράδυ -Κυριακή 2 Αυγούστου 2009- με το μυστήριο και το γλέντι. Αύριο ολοκληρώνεται το τριήμερο των εκδηλώσεων με το «έθιμο της πίτας του γάμου». Και τις δυο αυτές μέρες θα ακολουθήσει στην πλατεία του χωριού γλέντι με παραδοσιακή ορχήστρα.

karia_gamos_02

Σχολιάστε

Filed under Δήμος Καρυάς, Εκδηλώσεις, Καλοκαίρι 2009, Λαογραφία, Παράδοση

Αναπαράσταση Χωριάτικου Γάμου στην Καρυά

Ημερομηνία: Σάββατο 1 Αυγούστου 2009, ώρα 22.00
Κυριακή 2 Αυγούστου 2009, ώρα 20.30
Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009, ώρα 22.00
Τόπος: Καρυά Λευκάδας
Θέμα: Αναπαράσταση Χωριάτικου Γάμου
Περισσότερες πληροφορίες: Σκηνική αναπαράσταση (Σάββατο 1/8/2009)
Γαμήλια τελετή, φόρτωμα κρεβατιών, γλέντι (Κυριακή 2/8/2009)
Πίτες του γάμου, τραγούδια της τάβλας (Δευτέρα 3/8/2009)

Συμμετέχουν μέλη του Θερινού Πανεπιστημίου Πατρών «Aegee»

Από το 1979 μέχρι και σήμερα πραγματοποιείται στην Καρυά ανελλιπώς σε ετήσια βάση η τριήμερης διάρκειας εκδήλωση της «ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΑΤΙΚΟΥ ΓΑΜΟΥ» που θεωρείται μια από τις σπουδαιότερες πολιτιστικές εκδηλώσεις στο Νομό της Λευκάδας. Το 1977 την εκδήλωση κινηματογραφεί ο Νέστωρας Μάτσας, ενώ το 1980 ο Χωριάτικος Γάμος παρουσιάζεται στις Γιορτές Λόγου και Τέχνης Λευκάδας, εκδήλωση που παρακολουθεί ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας κ. Γεώργιος Ράλλης.

choriatikos_gamos

Το 1954 γίνεται για πρώτη φορά «Η Αναπαράσταση του Χωριάτικου Γάμου» στην πλατεία της Καρυάς, με ντόπιο γαμπρό και νύφη ενώ γίνεται με κάθε λεπτομέρεια η παρουσίαση όλων των εθίμων του γάμου από την πρώτη ως την τελευταία μέρα. Σύσσωμο το χωριό συμμετέχει στην κορυφαία αυτή εκδήλωση, η οποία αποτέλεσε τη σπίθα για τον προγραμματισμό των Γιορτών Λόγου και Τέχνης στη Λευκάδα μιας και βασίστηκε στην ιδέα του ο Αντώνη Τζεβελέκη, ο οποίος ήταν εμπνευστής των Γιορτών Λόγου και Τέχνης.

Σήμερα, η εκδήλωση πραγματοποιείται το πρώτο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου κάθε έτους και διαρκεί τρεις μέρες, ενώ συμμετέχει η πλειοψηφία των κατοίκων του Δήμου της Καρυάς, μεγάλος αριθμός εθελοντών κυρίως νέοι άνθρωποι που συνεισφέρει με πολύ μεράκι και φαντασία.

Την πρώτη μέρα γίνεται η σκηνική αναπαράσταση όπου παρουσιάζονται κατά σειρά όλα τα έθιμα που προηγούνταν του μυστηρίου. Πρόκειται για μια σειρά προετοιμασιών που αφορούν την προίκα της νύφης, το σπίτι, τη φορεσιά της και όλα όσα χρειάζονται για το μυστήριο και το γλέντι.

«Τα προξενιά»

Η προξενήτρα, πηγαίνει στο σπίτι της νύφης και ανακοινώνει στον πατέρα της το ενδιαφέρον της οικογένειας του νέου για την κοπέλα. Έπειτα, οι γονείς των δύο νέων έρχονται σε επαφή και κανονίζουν την προίκα ή αλλιώς λιγάτο.

«Το λιγατοχάρτι»

Πρόκειται για μια έγγραφη συμφωνία ανάμεσα στις δύο οικογένειες, το οποίο περιλαμβάνει κάθε τι που παίρνει η νύφη ως προίκα. Συνήθως, αυτό συντάσσονταν από τον δάσκαλο ή τον παπά του χωριού.

«Οι αρραβώνες»

Η οικογένεια του γαμπρού πηγαίνει στο σπίτι της νύφης με δώρα αλλά κυρίως με «τα στολίδια». Πρόκειται για χρυσαφικά με τα οποία στολίζουν τη νύφη.

«Το πλύσιμο των μαλλιών»

Τα μαλλιά προέρχονται από το τρίχωμα των προβάτων. Αυτά χρησιμεύουν για το γέμισμα των στρωμάτων και των μαξιλαριών που παίρνει για προίκα η νύφη. Στην αναπαράσταση του γάμου, οι γυναίκες φορτώνουν στο κεφάλι τα μαλλιά μέσα σε μεγάλα κοφίνια και τραγουδώντας τα πηγαίνουν για πλύσιμο στη βρύση του χωριού που βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της Καρυάς. Εκεί, αφού τα πλύνουν, τα φορτώνουν στα άλογα και τα πηγαίνουν στο σπίτι της νύφης, συνοδεία μουσικών οργάνων.

«Τα προζύμια»

Πρόκειται για μια τελετουργία κατά την οποία φτιάχνονται τα «Κουλούρια της νύφης και του γαμπρού», τα οποία παίρνουν σχήμα μεγάλου ψωμιού και μοιράζονται στο γλέντι που ακολουθεί μετά το μυστήριο του γάμου.

«Τα καρφώματα»

Τα καρφώματα είναι η τελετουργία καταμέτρησης των προικιών της νύφης. Η διαδικασία γίνεται κατά κανόνα από γυναίκες. Σε αυτή συμμετέχει και ο γαμπρός και έχει ως εξής: Οι συμπέθεροι συγκεντρώνουν τα προικιά της νύφης. Ο γαμπρός κρατώντας το λιγάτο στο χέρι διαβάζει τα προικιά της νύφης και καλεί τις γυναίκες κρατώντας τα στα χέρια να τα παρουσιάσουν ένα προς ένα. Στη συνέχεια, κεντούν στα προικιά μια κόκκινη κλωστή για το καλορίζικο.

«Το μυστήριο και το γλέντι»

Την δεύτερη μέρα της εκδήλωσης γίνεται το μυστήριο και το γλέντι. Το ζευγάρι, ο παπάς και ο κουμπάρος, πάνω στα άλογα, συνοδεία μουσικών οργάνων καθώς και πλήθος κόσμου πηγαίνουν σε ένα παραδοσιακό λιθόκτιστο σπίτι, όπου θα γίνει η αναπαράσταση του μυστηρίου, έτσι όπως γίνονταν και στο παρελθόν. Μετά το τέλος του μυστηρίου τα προικιά φορτώνονται στα άλογα και μεταφέρονται στο σπίτι του γαμπρού, ενώ την πομπή συνοδεύουν μουσικά όργανα. Ακολουθεί παραδοσιακό γλέντι στην πλατεία του χωριού συνοδεία μουσικών οργάνων.

«Η πίτα του γάμου»

Την τρίτη μέρα ολοκληρώνεται η εκδήλωση με το έθιμο της «της πίτας του γάμου». Πρόκειται για την παρασκευή της παραδοσιακής λευκαδίτικης λαδόπιτας, γλύκισμα που φτιάχνεται αποκλειστικά και μόνο στη Λευκάδα σε όλες τις σημαντικές στιγμές της κοινωνικής και οικογενειακής ζωής. Ετοιμάζεται ενώπιον όλων των παρευρισκομένων όπου και μοιράζεται. Στο τέλος της εκδήλωσης ακολουθεί γλέντι με παραδοσιακή ορχήστρα στο οποίο συμμετέχει πλήθος κόσμου.

(Πηγή: Επίσημη ιστοσελίδα Δήμου Καρυάς)

Σχολιάστε

Filed under Ανακοινώσεις, Δήμος Καρυάς, Καλοκαίρι 2009, Παράδοση

Το βραβευμένο βιβλίο Γαστρονομίας 2008-2009 «Λευκαδίτικα Μαγειρέματα» της Εύης Βουτσινά τώρα και στα Αγγλικά

Ένα βιβλίο για τη μαγειρική, αλλά και για τους ανθρώπους της Λευκάδας, γραμμένο από μια Λευκαδίτισσα γι’ αυτόν τον τόπο με το γλαυκό φως, με την ελιά και το κυπαρίσσι, με τη σμαραγδένια θάλασσα…

evi_voutsina Η Εύη Boυτσινά γεννήθηκε το 1950 στη Λευκάδα, όπου και έζησε μέχρι το 1968. Έκανε σπουδές αγγλικής φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και δίδαξε αγγλικά, ιδιωτικά, για μερικά χρόνια. Εδώ και μια εικοσιπενταετία ασχολείται επαγγελματικά με τη μαγειρική. Παράλληλα ασχολείται και με τη θεωρητική πλευρά της γαστρονομίας και αρθρογραφεί σχετικά.

Επίσης καταγράφει συστηματικά την παραδοσιακή κουζίνα, ταξιδεύοντας σε όλη την Ελλάδα. Αυτό το υλικό των καταγραφών είναι και η αφετηρία για το δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς της ως μαγείρισσας. Το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Το ψωμί» κυκλοφόρησε το 1995 από τις Εκδόσεις Τροχαλία και η Β’ έκδοση το 2000 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Η τετράτομη «Γεύση Ελληνική» είναι το δεύτερο έργο της γύρω από τη γαστρονομία (Εκδόσεις Καστανιώτη 1998, 2007). Ακολούθησε η τρίτομη «Απλή μαγειρική της αγίας καθημερινότητας» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2004) και το «Κρόκος-σαφράν» (Αναγκαστικός Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών Κοζάνης, 2004). Έχει εκδώσει επίσης το τρίτομο έργο «Βιογραφίες 360 Ελλήνων συγγραφέων και μικρό ανθολόγιο» (Εκδόσεις Κτίστη, 1981). Θα ήθελε να μαγειρέψει για τον Θεόδωρο Ντοστογιέφσκι, για τους Μπητλς, για τον Μάρκο Βαμβακάρη και για τον Βαν Γκογκ και πιστεύει πως μια μέρα θα τα καταφέρει.

Η Εύη Βουτσινά με το βιβλίο «Λευκαδίτικα μαγειρέματα» επιστρέφει στις ρίζες της. Η αναζήτησή της δεν περιορίζεται σε συνταγές. Την ενδιαφέρουν οι τεχνικές παρασκευής των φαγητών, οι ανθρώπινες συνθήκες κι όλα εκείνα τα «μικρά» που χαρίζουν σε κάθε παρασκεύασμα τη χαρακτηριστική του γεύση, όλα εκείνα που συνθέτουν το ήθος των φαγητών.
Συγγραφέας:  Βουτσινά Εύη Λ., Εκδότης: Fagotto,  ISBN: 960-6685-14-4, Έτος έκδοσης: 2008, Tιμή: €22.00

Συγγραφέας: Βουτσινά Εύη Λ., Εκδότης: Fagotto, ISBN: 960-6685-14-4, Έτος έκδοσης: 2008, Tιμή: €22.00

Εντέλει, συλλέγοντας συνταγές αλλά και ιστορίες γύρω από αυτές, η Εύη Βουτσινά εργάζεται σαν λαογράφος: στα βιβλία της πρωταγωνιστούν οι κύκλοι του χρόνου, ο ρυθμός και η αρμονία της φύσης· πρωταγωνιστεί η ουσία της ελληνικής μαγειρικής (και, ευρύτερα, της μεσογειακής), που είναι το μέτρο. Μα πάνω απ’ όλα πρωταγωνιστούν οι άνθρωποι: εκείνοι που αποδέχονται να μοιραστούν μαζί μας τις μνήμες τους, που αναλαμβάνουν να αφηγηθούν γοητευτικές ιστορίες από τα παλιά, οι οποίες γεφυρώνουν με απλότητα το χτες με το σήμερα.

Το βιβλίο της Εύης Βουτσινά Λευκαδίτικα μαγειρέματα τιμήθηκε με το Βραβείο GOURMET 2008-2009 στην κατηγορία Βιβλίο Γαστρονομίας Έλληνα Συγγραφέα.

THE COOKERY OF LEFKADA
Evi Voutsina

theCookeryofLefkada A book about cooking as well as about the people of Lefkada, written by a lefkadian author, for this land of azure light, of the olive tree and cypress, of emerald seas.

Evi Voutsina returns to her roots in writing this book, after having roamed around the whole of

Greece for at least twelve years, gastronomic culture. Her search does not stop at writing down recipes. She is interested in the techniques of food preparation, researching and recording the country’s the conditions of life, the human aspect and all the ‘little touches’ that give each dish its particular taste: everything that constitutes the ethos of food. In the end result, while collecting recipes and listening to the stories around them, Evie Voutsina’s work is also folklore: the axis of her books is the turning seasons, the rhythms and harmony of nature; the leading role is the essence of Greek cooking (and more broadly, Mediterranean cuisine), which is the measure of it all. Pre-eminently, however, the protagonists are the people, those who are willing to share their memories with us, who will tell their charming stories of the past, with which in simplicity, yesterday is bridged to today.

Evi Voutsina’s book “The Cookery of Lefkada” was awarded the 2008 GOURMET Prize in the category of ‘Book of Gastronomy by a Greek author’

ISBN: 978-960-6685-19-4

Για περισσότερες πληροφορίες: Fagotto Books

Σχολιάστε

Filed under Βιβλία, Λευκάδα, Παράδοση

Οι γάμοι των χωρικών της Λευκάδος

Οι γάμοι των χωρικών της Λευκάδος άρχονται πάντοτε ημέραν Σάββατον· προγενεστέρως δε, δύο κοράσια εκ των ευειδεστέρων του χωρίου, ανδρικά ενδεδυμένα, και φέροντα πιστόλια εις την ζώνην, ζυμόνουσιν εις τον οίκον του γαμβρού τα καλούμενα κουλούρια του γάμου, άδοντα εκ περιτροπής,

  Σήμερα ‘ν’ άσπρος ουρανός, σήμερ’ ‘ν’ άσπρη ‘μέρα,
  σήμερα στεφανόνεται αητός την περιστέρα.
  ‘Σα λάμπουν τα λαμπρά σπαθιά ‘ς την ασημένια θήκη,
  έτσι να λάμπη κη ο γαμπρός ‘ς του πεθερού το ‘σπίτι.
Παραδοσιακός γάμος Θανάση και Παναγιώτας Μανωλίτση (Πηγή: Ημερολόγιο «Ξεφυλλίζοντας το χθες» του Πολιτιστικού Συλλόγου Νικιάνας «οι Σκάροι»)

Παραδοσιακός γάμος Θανάση και Παναγιώτας Μανωλίτση (Πηγή: Ημερολόγιο «Ξεφυλλίζοντας το χθες» του Πολιτιστικού Συλλόγου Νικιάνας «οι Σκάροι»)

Εκ της αυτής ζύμης κατασκευάζουσι και μέγα τι άλλο κουλούριον, καλούμενον πρωτόπλαστον, όπερ περιτυλίσσουσιν ερυθρά μετάξη, και τηρούσιν εις την οικίαν του γαμβρού μέχρι της τελευταίας ημέρας του γάμου. Την πρωΐαν του Σαββάτου σφάζουσι τράγον και ρίπτουσι πυροβόλον, διακηρύσσοντες ούτω την έναρξιν του γάμου· οι ακούοντες τον κρότον λέγουσιν, —αιματώθη ο γάμος.– Το εσπέρας του Σαββάτου ετοιμάζουσι σημαίαν τινά, ην περκαλούσι μπαϊράκι, και συγχρόνως προσκαλούσι νέον άγαμον ίνα ξυρίση τον γαμβρόν. Ούτος δε ξυρίζων άδει τα ακόλουθα δίστιχα·

  Μπαρμπέρης είν’ ο πλάτανος, γαμπρός το κυπαρίσσι,
  και νύφη το κρύο νερό από καθάρια βρύσι.
  Φωστήρας είσ’ ανάλλαγος, λεβέντης αλλαμμένος,
  και όντας βαρυστολιστής ‘σαν άγγελος γραμμένος.
  Ασήμια ‘ν’ τα γελέκια σου, και κρίνος είσ’ ατός σου,
  γκιούλση και μεραντσόνερο τρέχει απ’ το πρόσωπό σου.
  Γαρούφαλο Βενέτικο, κη όθε κη αν ‘πας μυρίζεις,
  κη απ’ όποια γειτονιά διαβής αντρόγενο χωρίζεις.

Την Κυριακήν μετά του αναδόχου και του γαμβρού πορεύονται οι συγγενείς και φίλοι εις τον οίκον της νύμφης, όπου τελείται το μυστήριον του γάμου. Πριν δε ο ιερεύς αρχίση την τελετήν, ο γαμβρός πατεί λαθραίως τον δεξιόν πόδα της νύμφης, και δια χρυσού ή αργυρού νομίσματος σταυρόνει αυτήν εις το μέτωπον και εις το στήθος· ακολούθως θέτει εις το στόμα της, και εδώθεν λαβούσα αυτή, το φυλάττει.

Μετά την τελετήν η νύμφη συνοδεύεται εν χορδαίς και οργάνοις και πυροβολισμοίς και αλαλαγμοίς εις τον οίκον του γαμβρού. Άμα δε εξέλθη του οίκου της άρχεται μία των καλλιφωνοτέρων γυναικών της συνοδίας να άδη καθ’ οδόν, εκ μέρους της νύμφης τα εξής δίστιχα·

  Μισεύω, φίλοι, κλάψτε με, κη αδέρφια μου μεγάλα
  και συ μαννούλα μου γλυκειά, ‘που μώδινες το γάλα.
  Ευκήσου με μαννούλα μου τώρα ‘ς το μισεμμό μου,
  ‘φκηθήτε μ’ αδερφάκια μου ‘ς τον αναχωρισμό μου.

Μετά το άσμα τούτο άλλη συνακόλουθος αποκρίνεται εκ μέρους της μητρός άδουσα,

  Σύρε, παιδί μου, ‘ς το καλό, και ‘ς την καλή την ώρα
  και να γιομισ’ η στράτα σου τραντάφυλλα και ρόδα.
  Γειτόνισσαις, γειτόνισσαις, που ‘ναι η γειτονιά σας;
  που ‘ν’ η φουμιά τση γειτονιάς, και η δασκάλισσά σας;
  Αυτού ‘που πας, παιδάκι μου, είναι ξερά τα ξύλα,
  κη από ταις ομμορφάδαις σου ανθούν και βγάνουν φύλλα.
  ‘Σ τη γειτονιά ‘που θα να πας κανέλα μη μασσήσης
  και μοσκοκάρυδο μη φας, και μας αλησμονήσης.
  Πόρτες και παραθύρια μου όλα ξεκλειδωθείτε,
  τη νύφη ‘που σας στέλνομε καλά ναν τη δεχθήτε.

Μετά τούτο αι λοιπαί συνακόλουθοι γυναίκες άδουσιν εκ περιτροπής τα ακόλουθα δίστιχα·

  Καλώς τα χιλιοπρόβαλε η βέργα η ασημένια,
  διαβαίνει και μας χαιρετά η μαργαριταρένια.
  Σαρώσετε τα διάβατα, σαρώσετε τση ρούγαις,
  για να διαβή η νύφη μας με τση χρυσαίς φτερούγαις.
  Αυτού ‘που πας, νυφούλα μου, ήλιος να μη σε κάψη,
  και μια ομπρέλα ‘λόχρυση να βγη να σε σκεπάση.

Όταν δε πλησιάσωσιν εις τον οίκον του γαμβρού, ψάλλουσι τάδε·

  Ανοίξετε τση κάμαραις τση απάνου και τση κάτου,
  κη ο γειος του Ρήγα έρχεται με την αρχόντισσά του.
  Να ‘ν’ ο γαμπρός καλότυχος, κ’ η νύφη καλομοίρα,
  να κάμουν ‘σερνικά παιδιά σαν του Μαγιού τα μήλα.
  Ευλογημέν’ αντρόγυνο, ο Θειός να σας βοηθήση,
  κ’ η Παναγιά η δέσποινα να σας πολυχρονίση.

Επί της στέγης της οικίας του γαμβρού ίσταται παις, φέρων κάνιστρον πλήρες βαμβακοσπόρου και ορυζίου, εξ ων ριπίζει εις την κεφαλήν της προσερχομένης νύφης. Παρά τη θύρα δε εκτίθενται διάφορα γεωργικά εργαλεία, εν οις διαπρέπει μάλιστα το γενί (ινίον)· εις δε των οικείων προσφέρει τη νύμφη πέλεκυν δι’ ου κτυπά τρις την θύραν σταυροειδώς, πατούσα συγχρόνως το παρακείμενον ινίον· εντεύθεν και η κοινή παροιμία —«ηύρηκεν η νύφη μας το γενί ‘ς την πόρτα τση.»— Ακολούθως προσφέρεται αυτή ρόϊδον, δι’ ου κτυπά πάλιν σταυροειδώς την θύραν, και έπειτα το ρίπτει εντός της οικίας· μετά τούτο τη εγχειρίζεται αγγείον πλήρες ύδατος, εξ ου πίνει εκ τριών διαφόρων αυτού μερών, και έπειτα χύνει το λοιπόν εις τα οπίσω.

Εισελθούσης της νύμφης εις την οικίαν, πάντες οι παρευρεθέντες οφείλουσι να συγχωρεύσωσι μετά των νεονύμφων τους καλουμένους τρεις γύρους (στροφάς), άδοντες ζωηρώς το εξής πεντάστιχον·

  Έχω γειο, κάννω χαρά,,
  Κάνν’ η νύφη μας παιδιά,
  Κάννει κάστρο φαμελιά,
  Πέντε γειους και μια μηλιά,
  Κη άλλη μια ροδακινιά.

Ακολούθως παραδίδονται εις φαγοπότια και διασκεδάσεις μέχρις όλης της Δευτέρας· την δε πρωΐαν της Τρίτης εξαρτήσαντες το νυκτερινόν πουκάμισον (χιτώνα) της νύμφης εις την κορυφήν του προειρημένου μπαϊρακίου, πορεύονται μετ’ αυτού πάντες εις πηγήν, ή φρέαρ· εκεί δε πλύναντες το πουκάμισον, και φαγόντες το πρωτόπλαστον κουλούριον, δίδουσι τέλος εις τους γάμους.

  Ι. Ν. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

========================================================
Πηγή:
Περιοδικό «Εστία», Τομ. 4, Αρ. 96 (1877)

Σχολιάστε

Filed under Λαογραφία, Παράδοση

Σουλατσάρει ξανά στην πόλη της Λευκάδας…

… η κανταδόρικη κομπανία “Αγιομαυρίτικη Παρέα”. Τους είδαμε χθες βράδυ, έξω από την εκκλησία του Παντοκράτορα, να γεμίζουν τον αέρα με γνώριμες μελωδίες και να συμβάλλουν έτσι τα μέγιστα στη διατήρηση της παραδοσιακής επτανησιακής ατμόσφαιρας του νησιού μας.

kantadoriki_kompania

2 Σχόλια

Filed under Παράδοση, Τουρισμός

Κάποια σωζόμενα παλιά πιθάρια (καπάσες) σε διάφορα μέρη της Λευκάδας

Η αγγειοπλαστική είναι μία από τις αρχαιότερες τέχνες που αναπτύχθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Η εποχή όμως, όπου οι διάφοροι μαστόροι έδιναν με μεράκι μορφή στον πηλό, φαίνεται πια να έχει περάσει ανεπίστρεπτα. Ένα από τα δημιουργήματά τους τους ήταν και τα πιθάρια ή καπάσες, όπως λέγονται στο χωριό μου. Εκείνα δηλαδή τα πήλινα αγγεία με το πλατύ στόμιο που χρησίμευαν άλλοτε για την αποθήκευση διαφόρων προϊόντων, κυρίως του λαδιού στα χωριά μας.

[Καπάσα σε κατώι σπιτιού στον οικισμό Μαυρογιαννάτα (Αλέξανδρος) της πρώην κοινότητας Αλεξάνδρου. Πολύτιμο το περιεχόμενό της, οι σεισμοί συχνό φαινόμενο στον τόπο μας, οπότε η στερέωσή της στον τοίχο κρίνονταν απαραίτητη.]

pithari

Με την πάροδο του χρόνου τα πιθάρια άρχισαν, δειλά-δειλά στην αρχή, να βγαίνουν από τα κατώγια των σπιτιών και τις αποθήκες αλλάζοντας συγχρόνως χρήση. Σήμερα τα συναντάμε να διακοσμούν τις περισσότερες φορές ως γλάστρες λουλουδιών αυλές σπιτιών και μαγαζιών.

Παραθέτουμε κάποια πιθάρια που έχουμε κατά καιρούς φωτογραφήσει στη Λευκάδα. Κάποια απ’ αυτά είναι από το μοναστήρι της Φανερωμένης, κάποια άλλα τα είδαμε στο χωριό Σύβοτα να διακοσμούν διάφορα παραλιακά μαγαζιά και άλλα πάλι σε διάφορα μέρη του νησιού.

Σχολιάστε

Filed under Λαογραφία, Λευκάδα, Παράδοση

Μια ελαιογραφία του «Γλάρου»

Για το «Γλάρο», που από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά ένωνε τα Ιόνια νησιά με την Πάτρα και την πρωτεύουσα, έχουμε αναφερθεί παλιότερα στο εδώ άρθρο.

Παραθέτουμε έναν πίνακα ζωγραφικής -ελαιογραφία του Κωνσταντίνου Ζωγράφου- από το Ινστιτούτο Ιστορίας Ναυτιλίας και Λιμενικού Σώματος που βρήκαμε πρόσφατα.

glaros_pinakas

Σχολιάστε

Filed under Ιστορία, Παράδοση

Κάποια παλιά Λευκαδίτικα -και όχι μόνο- οικιακά σκεύη

Φωτογραφίες από κάποια παλιά οικιακά σκεύη που είδα πρόσφατα στο μοναστήρι των Αγίων Πατέρων που βρίσκεται πιο πάνω από το χωριό Νικιάνα. Ορισμένα απ’ αυτά τα αναγνώρισα αμέσως, τα είχαμε εξάλλου και εμείς παλιά στο σπίτι μας, δεν έλειπαν από κανένα χωριάτικο σπίτι. Κάποια άλλα πάλι, όπως το τελευταίο στη φωτογραφία, που λένε ότι λέγεται κακαβούλα, δεν το θυμάμαι. Μάλλον δεν θα το είχαμε.

Η παδέλα, πήλινο σκεύος, όπου μαγείρευαν παλιά το φαγητό.

padela

Η τζέντζερη που χρησίμευε για τη μεταφορά και την αποθήκευση του νερού.

tzerzeri

Το μπρίκι και πίσω ο νταβάς

mpriki_ntavas

Το σκεύος αυτό δεν το θυμάμαι. Μου είπαν ότι λέγεται κακαβούλα -μπορεί να έχει και άλλες ονομασίες- και ότι χρησίμευε παλιά για τη μεταφορά φαγητού σε εξωτερικούς χώρους.

kakavoula

Σχολιάστε

Filed under Λαογραφία, Παράδοση, Παλιατζούρα

Παλιά διακοσμητικά κάδρα σπιτιών και μπακάλικων της δεκαετίας του 1960

Οι πιο παλιοί θα τα θυμάστε σίγουρα. Τα παλιά κάδρα με το ξύλινο πλαίσιο και τις ειδυλλιακές χάρτινες αναπαραστάσεις. Δεν έλειπαν ως διακοσμητικό στοιχείο και από το πιο φτωχικό ακόμη σπιτικό, ιδιαίτερα στα χωριά, στη δεκαετία του 1960. Φτηνιάρικα ήταν και τα διακινούσαν κύρια οι με κάθε μέσο μετακινούμενοι έμποροι της εποχής, οι μεταπράτες. Ή τα άλλα που βλέπαμε στα μπακάλικα των χωριών μας. Το πιο συνηθισμένο εκείνο με τον «πωλών επί πιστώσει» και δίπλα σε αντιπαράθεση ο «πωλών τοις μετρητοίς», καθώς και το άλλο με την παρέα που παίζει χαρτιά και κάποιος χαρτοκλέβει. Άνθρωπος του καφενείου από μικρός, είναι χαραγμένα ακόμη στη μνήμη μου, ιδιαίτερα το δεύτερο κάδρο, όπου ένας από την κουμαρτζίδικη παρέα που αναπαριστάται έχει σηκώσει και ένα μπουκάλι την ώρα του καυγά.

poros_kafeneio_06

Κάποια απ’ αυτά τα είδα πρόσφατα σε ένα παραδοσιακό καφενείο-μπακάλικο στον Πόρο Λευκάδας. Έχει διατηρήσει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά των μαγαζιών της εποχής: ξύλινα τραπέζια, πάγκοι με το συρτάρι στη μέση, παγκάδες για κάθισμα, τα ξύλινα ράφια στον τοίχο για τα ψώνια, παλιά ζυγαριά (πλάστιγγα), παλιό ταβάνι από χάρμποτ, παλιές διαφημίσεις τσιγάρων… και κάποια διασωθέντα κάδρα, κρεμασμένα στους τοίχους, που μας γυρίζουν σε άλλες εποχές. Και οι λιγοστοί θαμώνες του μαγαζιού ακόμη παλιακοί είναι και αυτοί. Δεν συγκράτησα δυστυχώς το όνομα του μαγαζιού, αλλά αν βρεθείτε προς αυτήν την μεριά θα το βρείτε σίγουρα μπροστά σας, στην δεξιά πλευρά του δρόμου.

poros_kafeneio

poros_kafeneio_02

poros_kafeneio_03

poros_kafeneio_04

poros_kafeneio_05

Εκείνο πάντως που κρέμονταν κάποτε στο πατρικό μου σπίτι με την αναπαράσταση της Μαρίας Πενταγιώτισσας δεν το είδα.

poros_kafeneio_07

Σχολιάστε

Filed under Παράδοση, Παλιατζούρα, Το είδαμε

«Ο Μέγας Καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης παρουσίασε το τελευταίο του έργο»

«Αξιότιμοι κύριοι, κυρίες μου και παιδιά. Την Τετάρτη (13 Μαΐου 2009) στις τέσσερις το απόγευμα στο Μαρούσι ο Μέγας Καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης παρουσίασε το τελευταίο του έργο:

Ο ΣΠΑΘΑΡΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ
– Χάρε, ποια χάρη ζήτησε στερνή του ο Σπαθάρης;
– Είπε: «Απ΄ τις φιγούρες μου καμιά μαζί μην πάρεις».
********************************************************
Τ’ άσπρο του νεκροσέντονο μπερντέ έκανε χθες βράδυ
κι έφτιαξε Θέατρο Σκιών με τις Σκιές του Άδη!
********************************************************
του Δημήτρη Ε. Σολδάτου»
 

(Επιστολή του Δημήτρη Σολδάτου για το θάνατο του Ευγένιου Σπαθάρη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», στο φύλλο της Πέμπτης 14 Μαΐου 2009).


Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (φύλλο της Κυριακής 17 Μάη 2009) ένα μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο καραγκιοζοπαίχτη Ευγένιο Σπαθάρη:

Με τον Καραγκιόζη «δίδαξαν» ιστορία
Στιγμές από την πολυκύμαντη ζωή και δημιουργία ενός σπουδαίου λαϊκού καλλιτέχνη

«(…) ο Καραγκιόζης αντιπροσωπεύει τον απλό λαό και τα προβλήματά του. Κι ο λαός μας έχει πολύ βασανιστεί, ματώσει και καταπιεστεί. Και δεν ξέρουμε πόσους ακόμα αγώνες θα χρειαστεί να κάνει για να σταθεί ελεύθερος στα πόδια του. Κι ο Καραγκιόζης πάει κόντρα σε κάθε καταπίεση, στη μιζέρια και τη φτώχεια (…) Είναι φτωχός (σ.σ. ο Καραγκιόζης). Αλλά η φτώχεια δεν είναι κουσούρι. Κι αν πούμε την αιτία της φτώχειας θα πάμε αλλού (…) Τη φτώχεια τη δημιουργούνε αυτοί που δε θέλουν το λαό ξύπνιο, που τον θέλουν απομονωμένο και αποβλακωμένο (…)».

spatharis_01

«Πολλές φορές ενοχοποιούν τον Καραγκιόζη ότι είναι κλέφτης επειδή έχει μεγάλο χέρι. Όμως κανένας φτωχός δεν είναι κλέφτης. Το χέρι είναι μακρύ για να δίνει καμιά καρπαζιά ή για να αντιμετωπίζει αυτόν που τον καταδιώκει (…)».

Τα παραπάνω είναι δύο αποσπάσματα από αντίστοιχες συνεντεύξεις του Ευγένιου Σπαθάρη στο «Ρ». Το πρώτο δημοσιεύθηκε στις 12/1/1992 με αφορμή μία από τις πολλές επιθέσεις που δέχθηκε ο Καραγκιόζης από την αστική διανόηση. Το δεύτερο δημοσιεύθηκε στις 16/5/1993 με αφορμή το «Σπαθάρειο Μουσείο» στο Μαρούσι. Και τα δύο είναι χαρακτηριστικά της σκέψης αυτού του σπουδαίου δημιουργού που «έφυγε» πρόσφατα από κοντά μας, έχοντας ωστόσο αφήσει ανεξίτηλη τη «σφραγίδα» του σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του νεότερου ελληνικού λαϊκού πολιτισμού: Του Θεάτρου Σκιών και, πιο συγκεκριμένα, του Καραγκιόζη. Το «βρωμερό υποκείμενο» για τους αστούς, τον «ποτέ δούλος!» για το λαό και τον εξέχοντα δημιουργό του.

Η αλήθεια της τέχνης για το λαό

Στη λαϊκή συνείδηση ο Σπαθάρης «ταυτίστηκε» με τον Καραγκιόζη. Ακόμη και στα σημερινά παιδιά του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και του ψηφιακού κινηματογράφου, η φωνή του «είναι» η «φωνή» του Καραγκιόζη. Το εκπληκτικότερο όμως είναι, ότι κι αυτός ο ίδιος ο Καραγκιόζης, μια φιγούρα που, φαινομενικά, τα μοτίβα και το πλαίσιό της «δεν» έχουν θέση στη σύγχρονη εποχή, εξακολουθεί να «μιλά» στα παιδιά με τον ίδιο τρόπο όπως και στους συνομήλικούς τους περασμένων δεκαετιών. Όπως, αντίστοιχα, τους «μιλά» ο Τσάρλι Τσάπλιν. Το «μυστικό» βρίσκεται στην τέχνη που φέρει αλήθεια. Και η αλήθεια συγκινεί στο διηνεκές.

Την αλήθεια της τέχνης του υπηρέτησε αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης σε όλη του τη ζωή. Δίνοντας, ταυτόχρονα, μια τεράστια ώθηση στο είδος και καθιερώνοντάς το, ουσιαστικά, στη συνείδηση της διανόησης. Για τον Σικελιανό, π.χ., η τέχνη του Σπαθάρη «είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος που την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαούς μας μπρος στ’ ανάποδα του κόσμου, αλλά ξεσκεπάζεται κι η πηγαία δύναμη πόχει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τ’ ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο». Και ο Τσαρούχης: «Ω, κακό χρόνο να ‘χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο κι αίσθημα με τόση βαρβαρότητα και βλακεία, από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα γερμανιζόντων νεοτούρκων (…)». Αλλά και οι Φωτιάδης, Πολίτης, Θεοτοκάς, Νίτσος και πολλοί άλλοι. Στο μεταξύ, από το 1860 που ο Γιάννης Μπράχαλης τον έφερε στην Ελλάδα, ο Καραγκιόζης είχε προλάβει να αγαπηθεί από το λαό και να γίνει μισητός από την εξουσία: «(…) Το φιλοθέαμον(;) κοινό της πόλεώς μας σαρδελοειδώς συνωθείται ίνα ακούσει τις αηδίες του Καραγκιόζη (…)» έγραφαν από το 1896 ακόμα οι εφημερίδες.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης γεννήθηκε στην Κηφισιά το 1924 και «μέσα» στο θέατρο σκιών, αφού ο πατέρας του Σωτήρης ήταν καραγκιοζοπαίχτης. Ο πατέρας δεν ήθελε να συνεχίσει και ο γιος την τέχνη του. «Ίσως γιατί είχε τυραννιστεί πολύ στη ζωή του» έλεγε ο Ευγένιος στο «Ρ». Η στιγμή του ήρθε το 1942, μέσα στην Κατοχή. Ο πατέρας του αρρώστησε και οι Μαρουσιώτες απαιτούσαν παράσταση. «Άρχισα λοιπόν δειλά – δειλά να παίζω. Κυρίως ηρωικά έργα. Ο καθένας τοποθετούσε στο πρόσωπο του πασά την γερμανική κατοχή και στον καπετάνιο, τον αγωνιστή».

Από το 1945, κυρίως και μέχρι το 1950 δίνει παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα. Πρώτος «ανταγωνιστής» ο κινηματογράφος και η μεσοαστική νοοτροπία που άρχιζε να «ανθεί». «Το θεωρούσαν μείωση να πάνε σε μάντρες ή σε καφενεία να τον δουν. Προτιμούσαν τις πολυτελείς καρέκλες και τις αίθουσες του κινηματογράφου. Έτσι, μπήκα εγώ στις αίθουσες».

Το «ταξίδι» συνεχίζεται…

Τίποτα όμως δεν είναι ικανό να αλλάξει τον Καραγκιόζη: Ξυπόλητος, αιωνίως πεινασμένος και γλώσσα που «σπάει κόκαλα» αρχίζει να ταξιδεύει και εκτός Ελλάδας! Το 1953 περιοδεύει σε ΗΠΑ, Καναδά και Κούβα και τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν Κύπρος, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, Αίγυπτος. Το 1962 βραβεύεται στη Ρώμη και κυκλοφορεί ηχογραφημένες παραστάσεις στην «Κολούμπια» με τεράστια επιτυχία έως σήμερα.

Ήδη από το 1950 ο Σπαθάρης έχει την πρώτη του επαφή με το… «ζωντανό» θέατρο, σκηνοθετώντας και σκηνογραφώντας τον «Μέγα Αλέξανδρο» με το Ελληνικό Χορόδραμα και πάλι τον «Μέγα Αλέξανδρο» το 1954 συνεργαζόμενος με την Σοφία Βέμπο. Το 1965 σκηνοθετεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το έργο «Το ταξίδι» του Γ. Θέμελη. Από την επόμενη χρονιά ο Καραγκιόζης «καταλαμβάνει» και τη «νεογέννητη» ελληνική τηλεόραση, μέχρι και το 1992. Το 1969 σκηνοθετεί τον «Καραγκιόζη δικτάτορα» και το 1971 ο Καραγκιόζης «κατακτά» το θέατρο «Πρινς οφ Γουέλς» του Λονδίνου. Την ίδια χρόνια κάνει θριαμβευτική περιοδεία σε 35 πόλεις της Δ. Γερμανίας, της Δανίας και της Ελβετίας. Το 1972 συνεργάζεται με τον Δ. Σαββόπουλο στο «Κύτταρο» και ακολουθεί το 1972 η συμμετοχή του στο «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ι. Καμπανέλλη.

Ακολουθούν νέα ταξίδια στο εξωτερικό. Εμφανίζεται σε παγκόσμια φεστιβάλ θεάτρου σκιών, ενώ στην Κοπεγχάγη οργανώνει και δύο σχολές για μικρούς και μεγάλους. Το 1980 ανεβάζει τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη που κυκλοφορούν και σε δίσκο. Με τον Αριστοφάνη θα «ξανασυναντηθεί» χρόνια αργότερα, το 2001, οπότε θα πρωταγωνιστήσει στον «Πλούτο» από το Θέατρο Τέχνης, στην Επίδαυρο.

Από το 1950 ο Καραγκιόζης… διά του Σπαθάρη, όχι μόνο δε θα φοβηθεί τον κινηματογράφο, αλλά θα κάνει και το ντεμπούτο του στο «Πικρό Ψωμί» του Γ. Γρηγορίου. Ακολουθούν: «Ο εξυπνότερος άνθρωπος του κόσμου» (1950), «Κιβωτός» μαζί με την Μελίνα Μερκούρη και τον Μίνω Αργυράκη (1956), «Μέγας Αλέξανδρος» του Γ. Ζερβουλάκου (1960), κλασσικές κωμωδίες του Καραγκιόζη (1962), «Λυσιστράτη» του Γ. Ζερβουλάκου (1974), «Τεριρέμ» του Α. Δοξιάδη (1992) κ.ά.

Ο Σπαθάρης όμως δεν ήταν «μόνο» ένας από τους σημαντικότερους διαμορφωτές του Καραγκιόζη όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, αλλά και ένας αγνός λαϊκός ζωγράφος. Εκτός από κατασκευαστής φιγούρων του θεάτρου σκιών -που από μόνο του αποτελεί ξεχωριστή μορφή λαϊκής τέχνης- μετέφερε στον καμβά εικόνες της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μυθολογίας, εικονογράφησε βιβλία και «μέτρησε» δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.

Πολυβραβευμένος, αγαπημένος του λαού του, πολυταξιδεμένος, ο Σπαθάρης φύλαξε μέχρι τέλους την αγνότητα του Καραγκιόζη και του Θεάτρου Σκιών. «Χωρίς να χαλάσει η μορφή του, χωρίς να πάψει να είναι λαϊκό θέατρο, με ενδιέφερε να τον πάω ψηλά» έλεγε στο «Ρ». «Προσπάθησα να τον αναπτύξω με διάφορα μέσα που μου δόθηκαν και που δεν αρνήθηκα». «Οι πνευματικοί άνθρωποι στήριξαν και πρέπει να στηρίζουν αυτό το θέαμα, γιατί είναι το πιο αγνό, όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τα παιδιά. Δείτε τις ασχήμιες της τηλεόρασης και συγκρίνετέ τις με το χιούμορ, τον πατριωτισμό, την ιστορία, τη μυθολογία, την παράδοση που διδάσκει ο Καραγκιόζης»…

ΠΗΓΕΣ:
1. «Ρ» 12/1/1992 (Αριστούλα Ελληνούδη)
2. «Ρ» 16/5/1993 (Ηλιάνα Μόρτογλου)

Σχολιάστε

Filed under Δανεισμένα, Παράδοση, Πολιτισμός

Ο Λαϊκός Μουσικός Χαράλαμπος Μαργέλης από το Νικολί Λευκάδας

margelis Ο Χαράλαμπος Μαργέλης γεννήθηκε στα 1895 στο χωριό Νικολί της Λευκάδας, από πατέρα σιδηρουργό. Στα 1907 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι. Εκεί ο Χαράλαμπος δούλευε στο κάρο καθαριότητας του Δήμου. Ένα Σαββατόβραδο αφού είχε εισπράξει τα μεροκάματα όλης της βδομάδας (8 δραχμές) βρήκε, περνώντας έξω από τις φυλακές για να πάει σπίτι του, έναν κατάδικο που μόλις είχε απολυθεί. Πουλούσε ένα παλιοκλαρίνο για να μπορέσει να οικονομήσει τα έξοδα επιστροφής στο χωριό του.

Ο Μαργέλης δεν βάσταξε στον πειρασμό. Έδωσε όλα του τα μεροκάματα και τ’ αγόρασε. Από τότε βάλθηκε μοναχός του να μάθει να παίζει.

Η τύχη πάλι τα έφερε να γίνει επαγγελματίας κλαριτζής. Δυό γνωστοί του, πηγαίνοντας σε κάποιο γάμο, τον συνάντησαν στο δρόμο. «Πάρε του λένε, το κλαρίνο κι έλα». Πήγε κι έπαιξε ολομόναχος, χωρίς άλλο όργανο. Το βράδυ, όταν γύρισε από το γάμο, μέτρησε αυτά που κέρδισε και είδε ότι σ’ ένα απόγευμα έβγαλε από το όργανο περισσότερα απ’ ότι έβγαζε όλη τη βδομάδα από τη δουλειά στο Δήμο. Έτσι βάλθηκε να γίνει οργανοπαίχτης. Κάθε βράδυ πήγαινε στα καφέ-αμάν ν’ ακούσει μουσική. Κι όταν κάποτε απολύθηκε από τις φυλακές του Μεσολογγίου κάποιος Γκούμας, κλαριτζής από τη Βόνιτσα, τον πήρε σπίτι του, τον φιλοξένησε, κι έμαθε από αυτόν τα πρώτα στοιχεία του κλαρίνου. Αργότερα, στα 1911-1914, πήγε στον Σουλεϊμάνη και πήρε μαθήματα.

Ο Μαργέλης, μετά το θάνατο του Σουλεϊμάνη, ήταν το καλύτερο κλαρίνο της περιοχής. Πέθανε στις 17 του Νοέμβρη 1954. Από τα τρία αγόρια του παίζουν ο Σπύρος κλαρίνο και ο Σωτήρης σαντούρι.

Πηγή:
Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αιτωλοακαρνανίας

(Tα στοιχεία προήλθαν από το Λαογραφικό – Πολιτιστικό Σύλλογο Μεσολογγίου, ο οποίος διοργάνωσε στις 10 Φεβρουαρίου 2001, εκδήλωση μουσική αφιερωμένη στον καλλιτέχνη).

Σχολιάστε

Filed under Δήμος Απολλωνίων, Παράδοση

«Η Πρωτομαγιά εν Λευκάδι» του Νικολάου Ι. Σταματέλου

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά“, Τόμος 5, Αρ. 1 (1885), απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Το είχε γράψει ο συντοπίτης μας Νικόλαος Ι. Σταματέλος και το είχε αφιερώσει στον Ανδρ.  Θεριανό.

Η ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

ΑΝΔΡ. ΘΕΡΙΑΝΩ

protomagia

I
  Καλώς την τη πρωτομαγιά πώρχεται στολισμένη,
  μ’ αγράμπελαις, με λούλουδα, με νεραντσιάς κλωνάρια,
  και χύνει γύρω της χαραίς και γέλοια όθε διαβαίνη,
  και τη ζηλεύουν τόσαις νιαίς και τόσα παλληκάρια.
   
  Καλώς τη πρωτομαγιά όπ’ έχει τέτοια χάρι,
  να δίνη αγάπη ‘σ τη ζωή, ‘σ την ομμορφιά καμάρι.
   
  Ποιά έχει τέτοιαν ομμορφιά και τέτοια περηφάνια;
  ποιά πέρνει τ’ άνθη από τη γη απ’ τη νυχτιά τ’ αστέρια;
  ποιά φέρει τόσα ζηλευτά ‘σ το μέτωπο στεφάνια;
  και ποιά σκορπά τόσαις μοσκιαίς με τα δικά της χέρια;
   
  Μονάχα η πρωτομαγιά τέτοια στολίδια φέρει
  συντροφευμένα, ταιριαστά μ’ αγάπης καλοκαίρι.
   
  Γειά σας, χαράς σας όμμορφαις, απόψε μη φοβάστε,
  γνέφι δεν έχ’ ο ουρανός, κλέφταις δε περπατούνε,
  ελάτε ‘σ τη πρωτομαγιά πετάξετε, γελάστε
  την άδολή σας τη καρδιά πολλοί θα τη ‘ντραπούνε.
   
  Τ’ άνθη για σας είν’ όμμορφα, όμοιος τον όμοιο ‘μοιάζει
  ο κρίνος κ’ η αγράμπελη ‘σ τα στήθεια σας ταιριάζει.
   
  Αδέρφια κάτ’ εδώ ‘σ τη γη ο πλάστης σας χαρίζει
  να τάχετε για συντροφιά και για παρηγοριά σας,
  τα ρόδα, τα τραντάφυλλα και κάθε τι π’ ανθίζει
  για να φυλάττε άφοβα ‘σ αυτά τα μυστικά σας.
   
  ‘Σ την άδολή σας τη καρδιά αυτά κρυφομιλούνε
  γι’ αυτό μονάχα τα λευκά τα στήθεια σας ζητούνε.
   
  Μη ντρέπεστε, καπέλαις μου, για σας, για σας ανοίγει
  η νύχτα της πρωτομαγιάς τη τρυφερή αγκαλιά της,
  θέλει μεσ’ το σκοτάδι της ταις ομμορφιαίς να σμίγη
  και μεσ’ τη δρόσο τ’ ουρανού να λούζη τα παιδιά της.
   
  Του Μάϊ τ’ άνθη καρτερούν να ιδούν την ωμμορφιά τους,
  μέσα σε μάτια ζηλευτά που θάν’ ολόγυρά τους.
   
  Μεσ’ τα περιβόλια τι χαραίς! τι γέλοια ξεπετάνε!
  τι μάτια γοργοκίνητα σπίθαις, φωτιαίς σκορπίζουν!
  ω! πόσα χείλη κόκκινα γλυκά που τραγουδάνε!
  και πάλαι πόσαις άγνωσταις καρδούλαις να δακρύζουν!
   
  Μεσ’ τη χαρά παντοτεινά κρύβεται και το δάκρυ,
  θρεμμένο παραβλάσταρο ‘σ του στήθους μας την άκρη.
   
II
  Εφέτο –τι κακή χρονιά!– κάνουν πως δε γνωρίζουν,
  παιδί τσ’ Αθήνας –τι κακή εντύπωσι τους κάνει!–
  κι’ αντί ‘σαν τσ’ άλλαις ταις χρονιαίς σ’ εμένα να χαρίζουν
  κανένα ρόδο κόκκινο, κάνα ξανθό βοτάνι,
   
  Τα μάτια τους γυρίζουνε — αλήθεια ‘ντροπιασμένα–
  καμώματα της νειότης τους, για να γελούν με ‘μένα.
   
  E! τι το θέλετε κ’ εγώ — να μία και τραβάω
  απ’ άλλο δρόμο με στανιό και με καρδία καμμένη
  και φεύγοντας παράμερα με μίας απαντάω,
  μια ξανθομάλλα ώμμορφη — την έκραζαν Ελένη.
   
  Ανάσανα και ‘σ τα παληά τα χρόνια στρέφω πάλι
  και ξαστοχάω τη λύπη μου σιμά σε τέτοια κάλλη.
   
  Ακούς εκεί, το πονηρό! μονάχη ετριγυρνούσε
  για ναύρη κάτι — το νερό που ομμορφιά χαρίζει!
  του ν ε ρ ο κ ρ ά τ η τη δροσιά εδώ κ’ εκεί ζητούσε
  και βλέποντας που σίμωσα δειλά καλλισπερίζει.
   
  Και φεγει … λές πως τσ’ έδωσε φτερούγια η ωμμορφιά της
  και μένω έρημος κ’ εγώ αλλά … κι’ ο   ν ε ρ ο κ ρ ά τ η ς.
   
  Χαρά σ’ εμέ, το λούλουδο το κόβ’ αγάλι-γάλι
  το δίνω τα χαράμματα σε μια μαυρομματούσα
  για να ραντίση με δροσιά τα δροσερά της κάλλη
  και να γενή πειό όμμορφη γιατί την αγαπούσα.
   
  μα τι το θέλεις! τη δροσιά που χύν’ η ομμορφιά της
  τι σβύν’ η τόση ασχημιά πώχει για με η καρδιά της.
   

Και σας λέγω την μόνην αλήθειαν, ότι η μαυρομμάτα ερωμένη μου έχει τόσον σκληράν καρδίαν, ώστε και δημοσίως αναγκάζομαι να το εξομολογηθώ εις τας καλάς μου αναγνωστρίας, αίτινες ουδόλως πιστεύω τη ομοιάζουσι.

Πολύ δε ελυπήθην, αλλ’ εκ των υστέρων, διότι τοσούτον αναιδώς υπέκλεψα το ευεργετικόν εκείνο φυτόν, όπερ μετά πολλών κόπων ανεκάλυψεν η ξανθή Ελένη, ίνα το δωρήσω εις την ερωμένην μου, ηπατήθην … ας ήνε!

Εφέτος, μετά πολλής ζηλίας, ανεμνήσθην των παιδικών μου χρόνων, καθ’ ους και εγώ τότε, μικρός πανηγυριστής της ωραίας ταύτης εσπέρας, έβρεχα το λαμπριάτικο κουλούρι μου εις τα ρέοντα ύδατα της Μεγάλης Βρύσης και επί των χόρτων εξηπλωμένος έτρωγα δροσερόν, δροσερόν το τεμάχιόν μου.

Δυστυχώς όμως, πόσο αλλάζουν οι καιροί ‘σ τον κόσμον εδώ κάτου και ήδη πλέον, ότε διατρέχω την ηλικίαν εκείνην, καθ’ ην σκέπτεται τις περισσότερον ή διασκεδάζει, αρέσκομαι μάλλον να παρατηρώ περιέργως τας ευφροσύνους των άλλων διαχύσεις ή να μετέχω αυτών.

linie

Ο Λευκάδιος την εσπέραν της Πρωτομαγιάς δεν δύναται να είπη, ότι διασκεδάζει, διότι εξέρχεται μετά μείζονος θάρρους εις περίπατον· δύναται όμως να καυχηθή, ότι περιβάλλεται υπό πολλών περιέργων εθίμων και προλήψεων.

Την εσπέραν ταύτην τα παιδιά βρέχουν το κουλούρι το οποίον η μάνα τους εφύλαξεν από τη Λαμπρή, τρώγοντα αυτό οικογενειακώς, εξηπλωμένα επί των χόρτων.

Η καλή νοικοκυρά βρέχει το μπότη της εις τα μαγεμμένα νερά της εσπέρας ταύτης, ίνα διατηρή το ύδωρ καθ’ όλον το θέρος δροσερόν, και την πρωΐαν μαζεύει το χαμομήλι της για κάθε περίσταση να τώχη ‘σ το σπίτι.

Ο καλός νοικοκύρης πέρνει μιά πέτρα φωκιασμένη και την φυλάττει εις το κατώγι του καθ’ όλον το έτος, ως σύμβολον πολυχρονιότητος.

Εκάστη δε οικία την πρωΐαν φέρει τα παράθυρά της εστολισμένα δια των εκλεκτοτέρων ανθέων, εν οις εξέχει κλάδος Μαΐου, απαραίτητον στοιχείον στολισμού της ημέρας ταύτης.

Αλλά αν πάντα τα άνθη και τα φυτά την ημέραν ταύτην προώρισται εις το να επιδεικνύωνται φιλαρέσκως, κοσμούντα υπερήφανα παράθυρα ή πυργωτά στήθη, ο πτωχός ν ε ρ ο κ ρ ά τ η ς (σημ. δίψακος) αφανής μακράν ευνοουμένων ανθώνων, ξένος ποικιλοχρόων γλαστρών, κεκρυμμένος μέσω ακανθών και διαιτώμενος εν απροσίτοις τάφροις, σήμερον εξυπνά ευεργετικός λίαν, φυλάττων εν τω κάλυκι αυτού όλην την δρόσον της πρωτομαγιάς, ίνα ανταμείψη την καλήν εκείνην δεσποινίδα, ήτις ήθελε καλημερίση, τον θωπεύση, παρέχων αυτή το ωραιότερον δώρον, την δροσερότητά του, αντάλλαγμα πρωϊνού φιλήματος επί των παρειών της.

Και αληθώς αι καλαί μου συμπολίτιδες δοξάζουσιν, ότι καθίστανται λευκότεραι νιπτόμεναι την πρωΐαν της πρωτομαγιάς δια της δρόσου του φυτού τούτου.

Εν τούτοις πάλιν αναγκάζομαι να ανατρέξω εις την ωραίαν εκείνην ηλικίαν, αναμιμνησκόμενος το ήδη εκλείψαν έθιμον, όπερ επεκράτει μεταξύ των μαθητών, οίτινες περίχαροι κατά την πρωΐαν της ημέρας ταύτης προσέφερον τω διδασκάλω αυτών το Μάϊ — ωραιότατον εκ στεφάνων ανθοπλέκτων σκεύασμα, προσόμοιον αεροστάτω εξ ου ήρτηντο και διάφοροι της εποχής οπώραι.

Πρωϊνοί, πρωϊνοί οι ευέλπιδες εκείνοι περιήγον ανά την πόλιν κατά πρώτον το ανθόπλεγμα τούτο, τραγωδούντες το ωραίον δημοτικόν άσμα:

»Τόρα είν’ ο Μάϊς κ’ η άνοιξη, τόρα το καλοκαίρι
τόρα κι’ ο ξένος βούλεται ‘σ τον τόπο του να πάη»·

και καταλήγοντες εις την οικίαν του φαιδρού διδασκάλου, όστις, ες αύριον το άγριον όμμα του, δια γλυκισμάτων υπεδέχετο τα πνευματικά αυτού τέκνα.

linie1

Και ο χωρικός της πατρίδος μου διασκεδάζει την ημέραν ταύτην, ελληνοπρεπέστερον μάλιστα· διότι χορεύει υπό τον αίθριον ουρανόν με το κόκκινό του ζωνάρι και τη καμιζέλα του περασμένη από τόνα μονάχα χέρι, τραγωδεί ελευθέρως, γελά με τόσαις εύμορφαις χωριατοπούλαις, ας ενίοτε πολύ κολακεύει εξυμνών αυτάς δια του εξής ωραίου διστίχου.

»Εβγήκες ‘σ τη πρωτομαγιά να δροσιστής κυρά μου
εξώστης την αγράμπελη κ’ έκαψες την καρδιά μου.»

Δεν κρίνομεν δε από σκοπού να παραθέσωμεν και τον ακόλουθον μύθον, ον επί τη ευκαιρία της πρωτομαγιάς εμάθομεν παρά τινος χωρικού, καταστρέφοντες ούτω την ασθενή μας σκιαγραφίαν.

«Μια φορά μία μάνα εγένησε ένα παιδί, και το μοιράνανε η μοίραις του, ότι, όταν πέση ο τοίχος και τσακιστή ο καθρέφτης πούνε μέσα να πεθάνη το παιδί.»

Η μάνα του την ημέραν της πρωτομαγιάς ηθέλησε να διαστή και καθώς έμπηγε τα περόνια ‘σ τον τοίχο έπεσ’ ο τοίχος κ’ επέθανε το παιδί. Τότε είπε η δυστυχισμένη:

»Όποια έχει γυιό μονογενή
το Μάϊ μήνα μη διαστή.»

Και το δίστιχον τούτο παροιμιακώς εισέτι λέγεται υπό των χωρικών μας.

Εν Λευκάδι τη 2α Μαϊου 1884 ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Σχολιάστε

Filed under Λαογραφία, Λευκάδα, Παράδοση

Αναβίωσε σήμερα Μέγα Σάββα στην πόλη της Λευκάδας το τοπικό έθιμο «το κομμάτι»

Με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής αναβίωσε για μια ακόμη φορά στην πόλη της Λευκάδας το τοπικό έθιμο «το κομμάτι» ή τουλάχιστον έγινε μια φιλότιμη προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση. Αναφέρει ο Λευκαδίτης λόγιος Νικόλαος Ι. Σταματέλος στο άρθρο του «Η Μεγάλη Εβδομάς και το Πάσχα εν Λευκάδι” που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά“ (Τόμος 5, Αρ. 1, 1885) για το έθιμο αυτό:

kommati_01

«Κ ο μ μ ά τ ι morceau–pezzo εις οίαν δήποτε γλώσσαν και αν το θέλετε, σημαίνει τεμάχιον, μέρος, και την λέξιν πας τις ευκόλως εννοεί, αλλ’ ουχί και την φράσιν π έ φ τ ε ι   τ ο   κ ο μ μ ά τ ι, ην ο Λευκάδιος μεταχειρίζεται, ίνα δι’ αυτής δηλώση, λίαν όμως περιληπτικώς, την θραύσιν παντός αγγείου καθαρού ή ρυπαρού, τας φωνάς, τους αλαλαγμούς, τους τουφεκισμούς, τους τρομπονισμούς, την σφαγήν τοσούτων αρνίων, τους ήχους της μουσικής και προσέτι την θράυσιν κεφαλής τινος ανοήτου.

Διότι άμα ως η 10η σημάνη και οι ιερείς κρεμασθώσιν εις τα κωδωνοστάσια και η μουσική αρχίση να παίζη κ α ν έ ν α   κ ο μ μ ά τ ι   κ α λ ό, και πάσα καλή νοικοκυρά, πάσα πεταχτή κοπέλα, πας φούρναρης ή καταστηματάρχης αρπάζει το επί τούτω φυλαττόμενον διερρωγώς αγγείον, ευγενές ή αγενές και το ρίπτει θερμώς εκ του παραθύρου, αποδαπανών πάσαν αυτού την δύναμιν, ίνα κροτήση περισσότερον, ίνα προξενήση τον γέλωτα της καλής δεσποινίδος, ίνα θραύση αντί να θραυσθή και πάντα ταύτα προς δόξαν του Ιησού του διαρρηγνύοντος τας πύλας του άδου, του υποδεικνύοντος εις τον Αδάμ τον παράδεισον και αναγγέλοντος ημίν ζωήν την αιώνιον.»

Ο καθαρισμός της κεντρικής αγοράς, που έγινε ακόλουθα, από συνεργεία του Δήμου, επιστατούντος (;) του Δημάρχου Λευκάδας

Ο καθαρισμός της κεντρικής αγοράς, που έγινε ακόλουθα, από συνεργεία του Δήμου, επιστατούντος (;) του Δημάρχου Λευκάδας

Σχολιάστε

Filed under Λευκάδα, Παράδοση

“Η Μεγάλη Εβδομάς και το Πάσχα εν Λευκάδι” του Νικολάου Ι. Σταματέλου – Τρίτο Μέρος

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά“, Τόμος 5, Αρ. 1 (1885), απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Το είχε γράψει ο συντοπίτης μας Νικόλαος Ι. Σταματέλος και το είχε αφιερώσει στον Γεώργιο Βαλαβάνη.
Επειδή το άρθρο είναι μεγαλούτσικο το δημοσιεύσουμε σε τρία ξεχωριστά μέρη. Μπορείτε να διαβάσετε ακόμη: Το Πρώτο Μέρος και το Δεύτερο Μέρος.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Τρίτο Μέρος

Όσον και αν ήμεθα δύσπιστοι, όσον και αν το πνεύμα ημών υποχωρεί προ των ευγλώττων επιχειρημάτων σοφών υλιστών, όσον και αν απαισιοδοξώμεν προ των ιερών ιστορημάτων, εν τούτοις η καρδία μας συντρίβεται κατά την ημέραν ταύτην, καθ΄ην αγία συγκίνησις διήκει τα σπλάγχνα μας και το  χ ρ ι σ τ ό ς   α ν έ σ τ η  εμφυσά πνοήν τελειοτέρας εν τη ψυχή μας.

Και αισθάνονται τα χείλη μας γλυκύτερόν τι, ειλικρινέστερόν τι αναταλλάσσοντα το φίλημα της αγάπης.

Και ευφραίνεται πάσα κτίσις, και συγχορεύουσι τα ουράνια μετά των επιγείων, και ενθουσιάζει πας τουφεκισμός, και φοβερόν προβάλλει το στόμιον παν τρομπόνιον, και πηδά παν παιδίον με το κόκκινο αυγό εις τας χείρας, προσδοκούν κέρδη σημαντικά, αν το αυγό αυτού αναδειχθή νικητής κατά το τσούγκρισμα, και ανταλάσσονται προς δόξαν του χριστού τόσα ύποπτα φιλήματα, και ανασκιρτά παν θυλάκιον ρασοφόρου, προσισθανόμενον εσοδείαν, και οξύνεται η φωνή εκάστου μαγείρου, και καθαρίζονται τόσαι χορδαί, και καθηδύνουσι τα ώτα μας τόσα τύμπανα, και παρασκευάζονται τόσοι ευσεβείς δια τους ναούς και δια τους αμνούς, και πάσα κτίσις γεραίρει την Ανάστασιν του Κυρίου.

Νομίζει τις, ότι η ημέρα της Αναστάσεως είνε ημέρα Επαναστάσεως μάλλον, διότι δεν υπάρχει ζωστήρ μη υποκρύπτων πυρίτιδα και χειρ μη κρατούσα πυροβόλον.

Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας

Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας

Όπου και αν τις στρέψη τα βλέμματα συναντά φοβερά στόμια ευρωτιώντων τρομπονίων ή ιστορικάς κουμπούρας, αίτινες, τις οίδε, τίνα ζώνην εστόλιζον άλλοτε.

Και δυστυχώς το βάρβαρον τούτο έθιμον, το τοσάκις πρόξενον καταστάν αλμυρών δακρύων, μετά της αυτής θρασύτητος κατ΄έτος επαναλαμβάνεται.

Καθ΄άπασαν σχεδόν την λοιπήν Ελλάδα τα αρνιά τα ψήνουν την Κυριακήν, εν τη πατρίδι μου όμως η θυσία αύτη τελείται την Δευτέραν, αφιεμένης της Κυριακής ελευθέρας προς κατανάλωσιν του  δ υ ν α μ ω τ ι κ ο ύ  πατσαλικίου.

Εν τούτοις, αν και την Κυριακήν διατηρώμεν τον στόμαχον ελαφρότερον, την κεφαλήν βαρύνομεν κατ΄αντίστροφον λόγον ευδοκία των ιερέων μας, οίτινες προνοητικοί ως καλοί νυκοκυραίοι επιμελούνται εις το να διασκεδάζωσι τους υπό την κηδεμονίαν αυτών αγίους, συνοδεύοντες αυτούς πομπωδώς μετά τουφεκισμών και τρομπονισμών από της Εκκλησίας μέχρι της πλατείας, προνομιακώ τω τρόπω, ως ήδη εξηγούμεθα.

Το απόγευμα της Κυριακής περιεπάτουν μεθ΄ενός λίαν προσφιλούς μοι προσώπου νεάζοντος κατά την ψυχήν ή το σώμα, αστείου αν θέλετε και Λασκαρίζοντος  ό σ ο ν   π έ ρ ν ε ι.

Η αγορά και η πλατεία κατάμεστος δια διαγκωνισμών μόλις επέτρεπεν ημίν να συμβαδίζωμεν. Ένθεν και ένθεν ευεργετικοί οι εξώσται και τα παράθυρα εστολίζοντο με τα ωραιώτερα άνθη και τας δριμυτέρας τσουκνίδας· ιδίως δε η πλατεία, εκτός τόσων άλλων, άτινα παρείχε προς καταρίθμησιν, αν ηρχόμεθα από της ιστορικής  σ κ ά λ α ς  μέχρι των πτερνών των αεικινήτων κλητήρων εδείκνυε δύο παμμεγέθη γελοιογραφικά πυροτεχνήματα, εντοπίου σκευασίας, παριστάνοντα τον Διοκλιτιανόν και Λυαίον.

–Ο Δήμος τα έκαμε αυτά; ηρώτησα τον φίλον μου.
— Όχι δα! μοι απήντησεν, ο δήμος έχει έξοδα τόρα, αυτά τάκαμ΄ο Αι-Δημήτρις.
— Ο Αι-Δημήτρις; ηθέλησα να τον ερωτήσω, αλλ΄αι φωναί και αι παρακλήσεις δεκάδος ποικίλης μορφής και ενδυμασίας ανθρώπων, περικυκλωσάντων τον φίλον μου, με διέκοψαν.
— Μα ναρθής ΄γλίγωρα, επανελάμβανε δεκάς στομάτων, γιατί επιάστηκαν η εκκλησιαίς κι΄όλα αυτά τα κάνει ο Αι-Αντώνις.

Βεβαίως φοβεράν περιέργειαν μοι διήγειρεν η προς τον φίλον μου διαιτητική αύτη πρόσκλησις και εις απορίαν με ενέβαλε μεγίστην η άδηλος αύτη γλώσσα, καθ΄ην αι εκκλησίαι  π ι ά ν ο ν τ α ι   ΄σ α ν   α ν ε ρ ά ϊ δ α ι ς  και ο  κ α θ η γ η τ ή ς   τ η ς   ε ρ ή μ ο υ  χαρακτηρίζεται ως δημεγέρτης…

— Μα τι είνε; τι τρέχει; και τη αληθεία την στιγμήν ταύτην έτρεχε  ΄σ τ α   τ έ σ σ ε ρ α  ο φίλος μου, ον ηναγκάσθην να ακολουθήσω.

Ούτω δε εν ριπή οφθαλμού αμφότεροι εφθάσαμεν προ του ναού της Ευαγγελιστρίας.

Ενταύθα ο αναγνώστης μου πρέπει να σταυρώση τας χείρας, ουχί εξ ευλαβείας, άπαγε! και να επιτείνη την σημασίαν εκάστης λέξεως, ίνα κατ΄ελάχιστον ενοήση τι συνέβαινεν.

Άμα ως επλησιάσαμεν και όλον εκείνο  τ ο   γ έ ν ο ς   τ ω ν   μ α ύ ρ ω ν  εφώρμησε καθ΄ημών μετά φωνών και χειρονομιών επιφόβων.

Τα ποικιλόχροα  φ ε λ ό ν ι α  των ανέμιζον εκ του οργασμού των και αι αεικίνητοι στιβαραί χείρες των, προτεινόμεναι φοβεραί δεξιόθεν και αριστερόθεν προώθουν τους συνωστιζόμενους ευλαβείς χριστιανούς.

— Σιορ Βασίλη — ούτως εκαλείτο ο φίλος μου — έλα αδελφέ να μας ξεδιαλύνης, εφώναξεν εις των πρεσβυτέρων.

Περίεργος εγώ ίνα μάθω τι συνέβαινε, και τούτο διότι εν Λευκάδι δικαίως εθεωρούμην ξένος μάλλον ως εκ της μακροχρονίου απουσίας μου, προσήλωσα τα βλέμματά μου επί του στόματος του σιορ Βασίλη, όπως ούτω ταχύτερον ενοήσω τα γινόμενα· αλλ΄αίφνης βαρεία χειρ, βεβαίως ρασοφορεμένη, με ηνάγκασε να στραφώ αριστερόθεν.

Τότε δε εκορυφώθη η περέργειά μου, ιδόντος πληθήν εικόνων διαφόρων αγίων επ΄ώμου ισαρίθμων φιλοθρήσκων πρέπει να είπω, λάβαρα γιγάντια υψούμενα μέσω του λαού, σημαίας, σταυρούς επί κοντών, απειραρίθμους κάννας τον ουρανόν απειλούσας και πάντα ταύτα αναμίξ δικαίως διήγειρον την ιδέαν σταυροφορίας εκ μηχανής παρασκευασθείσης.

— Τι είνε; τι τρέχει; έλεγον κατ΄εμαυτόν, διότι βεβαίως ουδείς επροθυμοποιείτο να μοι γνωρίση την τοσούτω άλλως τε συνήθη ταύτην σκηνήν εις τα όμματα των συμπολιτών μου.

Τη βοηθεία εν τούτοις ετέρων συνωστισμών και διαγκωνισμών ηδυνήθην πυγμαχών να ηρτηθώ εκ του βραχίονος του φίλου μου, ον μειδιώντα ήκουσα κελεύοντα τάδε.

«Πρώτη πρέπει να πάη η Βαγγελίστρια ΄σα Μητρόπολις.
«Δεύτερος, ο Αι-Αντώνις, επειδή και εχτίστηκε τελευταίος.
«Τρίτη η Αγία Παρασκευή.
» Τέταρτος, ο Αι-Δημήτρης…..

Ο ναός του Αη-Νικόλα στην πόλη της Λευκάδας

Ο ναός του Αη-Νικόλα στην πόλη της Λευκάδας

Και ο Θεός ελέησεν ώστε η ταξινόμησις αύτη να γίνη αποδεκτή υπό των πιστών κηδεμόνων των διεκδικούντων τα δίκαια τόσων αγίων. Ούτω δε έκαστος αυτών εν πομπή και παρατάξει, ηγουμένου του υπό την προστασίαν αυτού αγίου και πληθύος οπλοφόρων διηυθύνθη εις την πλατείαν, όπου εκάστη θεία ύπαρξις ώρισται να θαυματουργήση αναλόγως, εννοείται, των εις την πυρίτιδα δαπανηθέντων χρημάτων.

Εφέτος δε χάριν της εξαιρετικής φιλοτιμίας του Αγίου Αντωνίου, κατά πρώτον ήδη λαβόντος τοιούτον θάρρος, οι τρελλοί πύραυλοι και τα βαρέλια ως και αυτήν την λιθόστρωτον πλατείαν μας κατέκαυσαν, ίνα μη αριθμήσωμεν τοσαύτα θυσιασθέντα  π α ν τ α λ ό ν ι α  και τοσούτους αποτεφρωθέντας μύστακας.

Εγώ εν τούτοις, αν και τέλος ενόησα, ότι περί εκκλησιαστικής λιτανείας προέκειτο, απορών όμως δια την αυθεντίαν εκείνην των λόγων του φίλου μου, ηναγκάσθην να τον ερωτήσω πόθεν την εξουσίαν ταύτην ηρύσατο εξ ου και έμαθον.

Πρώτον ότι ήτο αρχειοφύλαξ.
Είτα δε, ότι δι΄εγγράφου της 17 Απριλίου 1819, της Αγγλικής τοπικής διοικήσεως, κανονίζεται η τάξις, ην δέον να τηρώσιν αι εκκλησίαι κατά την λιτανείαν ταύτην της Κυριακής του Πάσχα.

Ούτω λοιπόν, γενόμενος κάτοχος και της ιστορικής ταύτης ειδήσεως, εκαληνύχτισα τον φίλον μου ευχαριστών αυτόν δια την τοσούτω διασκεδαστικήν συναναστροφήν του.

Η Δευτέρα του Πάσχα εν Λευκάδι είνε πράγματι η ημέρα του πάσχα και της ευθυμίας, διότι άπασα η χαρά και η ασχολία των κατοίκων περί τον ψηνόμενον αμνόν στρέφεται.

Η ημέρα αύτη παρέχει εις τε τους Λουκούλους και τους συμπαθείς Μαρίους πολλά θέλγητρα, ως εκ της κρατούσης συνηθείας τού να περιφέρονται οι νέοι και οι περίεργοι από γειτονίας εις γειτονίαν, περισυλλέγοντες, τη αφορμή αριθμήσεως των αμνών, τόσα ΄ντροπαλά βλέμματα  π ο υ   δ ε ν   τ α   ε ί δ ε   ο ύ τ΄  ο   ή λ ι ο ς   α κ ό μ α.

Ο καλοκαρδισμένος νοικοκύρης αφιεροί την πρωΐαν της ημέρας ταύτης εις την επιμέλειαν του αμνού υπό ζωηράς κατεχόμενος ευθυμίας· πάντες δε οι εν τω οίκω φαιδροί και γελαστικοί ανυπομόνως περιμένουσι τον κρότον της πιστόλας τον αγγέλοντα αυτοίς την όπτησιν του αρνίου.

Τότε δε ο πατήρ μετά των τέκνων αυτού  γ ι α   τ ο   κ α λ ό   τ ο υ   σ π ι τ ι ο ύ  μεταφέρουσι τον αμνόν παρά την τράπεζαν, ενώ η καλή νοικοκυρά οφείλει να περισυλλέξη τη στάχτη  γ ι α   τ η   γ ω ν ι ά   τ η ς,  καθαγιάζουσα οιονεί, τω τρόπω τούτω, την εστίαν του οίκου της.

Δια της ευωχίας δε της ημέρας ταύτης, δυνάμεθα να είπωμεν, επισφραγίζεται η θρησκευτική και γαστριμαργική αφοσίωσις του Χριστιανού της εποχής μας.

(1884) ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΙΩ. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Σχολιάστε

Filed under Εκκλησιαστικά θέματα, Λαογραφία, Λευκάδα, Παράδοση

“Η Μεγάλη Εβδομάς και το Πάσχα εν Λευκάδι” του Νικολάου Ι. Σταματέλου – Δεύτερο Μέρος

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά“, Τόμος 5, Αρ. 1 (1885), απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Το είχε γράψει ο συντοπίτης μας Νικόλαος Ι. Σταματέλος και το είχε αφιερώσει στον Γεώργιο Βαλαβάνη.
Επειδή το άρθρο είναι μεγαλούτσικο το δημοσιεύσουμε σε τρία ξεχωριστά μέρη. Το Πρώτο Μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Δεύτερο Μέρος

Ο Αναγνώστης μου δεν πιστεύω να ανυπομονή πολύ ίνα φθάσωμεν εις το Πάσχα, ενώ προηγούνται ακόμη τόσα και τόσα, αρχόμενα από των δακρύων της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι των τουφεκισμών και τρομπονισμών της Κυριακής. Άλλως τε δε να παρέλθωμεν σιγή ολόκληρον το κομβολόγιον, ο παρέχει ημίν η Μεγάλη Πέμπτη δικαίως θα εθεωρείτο ως εν των βαρυτέρων Εθνολογικών αμαρτημάτων.

Και αληθώς κατά την ημέραν ταύτην τις Χριστιανός δεν αναμιμνήσκεται μετ’ άλγους καρδίας τα φρικτά πάθη εκείνου του εσταυρωμένου; τις Αθηναίος τους καυστικούς εκείνους συνωστισμούς και τα ιερά θύματα της Ζωοδόχου Πηγής; τις Λευκάδιος, την ακολουθίαν του ιερού νιπτήρος, μεθ’ ην επί της αψίδος της ιδρυθείσης κατά το 1872 προς υποδοχήν του ποιητού δαφνηφόρου επιστρέψαντος εξ Αθηνών, μετά τον προς τον Πατριάρχην Διθύραμβόν του, ο Αρχιεπίσκοπός μας ένιψε δύο δωδεκάδας ιερών ποδών αιδημόνων ρασοφόρων; τις προγάστωρ δεν ενθυμείται, ότι σήμερον τρώγουσιν έλαιον; ποία νοικοκυρά δεν καραδοκεί το μέγεθος του σημερινού αυγού της όρνιθός της, ως εξ αυτού πηγαζούσης πάσης ευτυχίας του οίκου της; αλλ’ ακόμη … ποία γραία δεν φοβείται την εσπέραν ταύτην μήπως καμμία μάγκα προσράψη τον  τ σ ο υ μ π έ ν  της εις έτερον άλλης συναδέλφου της; τις εξ ημών δεν ανακαλεί μετ’ ορέξεως τους αστραγάλους δι’ ων επλήρου κατά την παιδικήν ηλικίαν τα θυλάκιά του, όπως μη αποκοιμηθή εις τα δώδεκα ευαγγέλια; ποία των καλών μας γραιών δεν τηρεί έναυλον έτι εις τα ώτα της το

» Τίκι — τίκι
» και το σχωρετίκη
» θεός σχωρές τους πεθαμμένους σου,

όπερ νύκτωρ ηκούετο υπό επαιτούντων παιδίων; τις φλογερός εραστής ή εντροπαλή ερωμένη δεν αποζητεί το αστείον έθιμον των πατέρων μας, οίτινες περιτετυλιγμένοι εν λαυκαίς συνδόσι περιήρχοντο την εσπέραν τας εκκλησίας επαιτούντες δήθεν;

Και πόσα άλλα ακόμη, περίχαρα γεννήματα της αγίας ταύτης ημέρας, διολισθαίνουσι της γραφίδος και του οξυδερκεστέρου παρατηρητού, εκτός εάν ούτος ανήκη εις το έτερον φύλον.

Αλλ’ ας προχωρήσωμεν.

Ο Λευκάδιος λαός είνε ιδιότροπος επί τοσούτω, ώστε ουδέ τους υψηλούς πίλους των αρχόντων του ανέχεται· και εν αυτή δε τη εκδηλώσει των θρησκευτικών αυτού αισθημάτων δεν ωλιγώρησε να καταδείξη το ίδιον τούτο χαρακτηριστικόν του, διαιρέσας τους Επιταφίους εις Δημοσίας τάξεως — Αριστοκρατικούς — και Δημοκρατικούς.

Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής περί την 5ην ώραν ο Έπαρχος μετά των υπαλλήλων και αι λοιπαί αρχαί συνοδεύουσι την τελετήν του επιταφίου της Μητροπόλεως, εν η εκτός των αρχαϊζόντων υψιλών πίλων και  φ ρ ά κ ω ν  Αγγλικής κατασκευής δηλ: της επί Ιονίου Πολιτείας, διακρίνονται οι μικροί παίδες με τα  κ ρ ι τ σ ό ν ι α  και αι ευλαβείς παραμάναι αι προστατεύουσαι τα εις αγγελούδια μετημφιεσμένα παιδιά, άτινα ελαφρά και γελαστά είνε έτοιμα να πετάξωσιν, πράγματι, από την χαράν των.

Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής περί την 5ην ώραν ο Έπαρχος μετά των υπαλλήλων και αι λοιπαί αρχαί συνοδεύουσι την τελετήν του επιταφίου της Μητροπόλεως...

Το απόγευμα της Μεγάλης Παρασκευής περί την 5ην ώραν ο Έπαρχος μετά των υπαλλήλων και αι λοιπαί αρχαί συνοδεύουσι την τελετήν του επιταφίου της Μητροπόλεως...

Την 9ην ώραν της νυκτός τα λείψανα της αριστοκρατικής τάξεως ακολουθούσι τον Επιτάφιον του Παντοκράτορος, όστις σοβαρός και επιβλητικός, ως οι προστάται αυτού, δεν απέχει πολύ του γελοίου, ως εκ των διαδραματιζομένων αστείων επεισοδίων· αι  μ ά γ κ α ι,  όλως αγνώμονες προς τους ευεργέτας αυτών, άρχοντας, σκώπτουσιν αυτούς και κατά την επιτέλεσιν του υψίστου αυτών καθήκοντος φωνάζοντες εν μέση αγορά — μ π ε ρ ο ύ κ α,  ως εάν ήτο αδύνατον να υπάρξη και φαλακρά τις κεφαλή μεταξύ των φιλολάων.

Την 9ην ώραν της νυκτός -Μεγάλη Παρασκευή- τα λείψανα της αριστοκρατικής τάξεως ακολουθούσι τον Επιτάφιον του Παντοκράτορος...

Την 9ην ώραν της νυκτός -Μεγάλη Παρασκευή- τα λείψανα της αριστοκρατικής τάξεως ακολουθούσι τον Επιτάφιον του Παντοκράτορος...

Εν τούτοις πάντα ταύτα δεν συγκινούσι, δεν ευχαριστούσι διότι είνε πλαστά, νόθα, αποκυήματα πολιτισμού ξένου, αμαυρούντος την αίγλην δι’ ης ο λαός, εν όλη αυτού τη αθωότητι, αγαπά να περιβάλλη την αγίαν λιτήν ταύτην.

Ο λαός της πατρίδος μου είνε απλούς μεν, αλλ’ ευφάνταστος και αστείος· αν δε κατά την εκδήλωσιν των αυτού αισθημάτων καταδείκνυται ενίοτε επιλήψιμος και συχνότερον γελοίος, αποδοθήτω τούτο μάλλον εις το ότι εισέτι δεν εδόθη εις το πνεύμα του η προσήκουσα διεύθυνσις και εις την καρδίαν του η κατάλληλος τροφή.

lefkadios_endymasia

Εν τούτοις γελά, οσάκις βλέπει τι γελείον· αστεΐζεται, οσάκις δεν βλάπτει άλλον και τύπτει …. πολύ άργα όμως αγνοεί την δύναμίν του.

Ο Επιτάφιος, ο περί τον βαθύν όρθρον του Σαββάτου ψαλλόμενος, είνε ο Δημοκράτης. Τον επιτάφιον τούτον προσκυνεί ο λαός περισσότερον, σέβεται βαθύτερον, δοξάζει ειλικρινέστερον και πάντα ταύτα διότι … εγώ λέγω, διότι το πνεύμα του ζηλεύει την υποφώσκουσαν ηώ, διότι η καρδία του τέρπεται εις το πλήρες ελπίδων άσμα της χελιδόνος, διότι προσέτι ο άρχων του κοιμάται ακόμη και δεν εμποδίζει αυτόν να χύση τα δάκρυά του άφθονα, να αισθανθή την καρδίαν του πετώσαν, να σκώψη, αν θέλετε, την εκκλησίαν του, να περιπαίξη τας γυναίκας του, να βαστάση και εκείνος τέλος την Λάρνακα του Σωτήρος του.

Υπό το τεφρόχρουν χρώμα του ουρανού και την τερπνήν πρωϊνήν αύραν, είνε αληθώς ωραίον, μεστόν συγκινήσεως πλήθος να περιάγη τους Επιταφίους όλων των Εκκλησιών ανά την πόλιν· πάντες να εξυπνώσι προ των ορνίθων, ζωηρά τα φώτα να αντικαθιστώσι τους εν τω ουρανώ αποσβεννυμένους αστέρας και να συνοδεύωσι τας τελετάς ταύτας τόσα μόλις αφυπνισθέντα βλέμματα ευλυγίστων μυροφόρων.

Δύναταί τις να είπη, ότι ζηλεύονται τόσαι καλλοναί κατά την στιγμήν ταύτην, ότι πετώσι τόσαι ελπίδες επί των χειλέων των παιδίων εκείνων, άτινα χαροπά σκώπτουσι τας Μαγδαλινάς της Αγίας Παρασκευής φωνάζοντα

lefakadia_asti

Ψωμί και ‘ξείδι
για ‘λίγο φτιασίδι.

Διότι, ίνα σας είπω την αλήθειαν, αι γυναίκες πρωταγωνιστούσι καθ’ όλην την νύκτα της Μεγάλης Παρασκευής· αι δε μάλλον φιλόθρησκοι, αλλά και αι μάλλον φλύαροι διανυκτερεύουσι παρά τον τάφον του Ιησού ψάλλουσαι το

Καλόν και τ’ άγιος ο Θεός
καλόν κι’ όπου το λέγει.

Εγώ όμως φαντάζομαι τόσας άλλας μυστηριώδεις συνομιλίας, διότι πάντοτε παρευρίσκονται περισσότεραι των δύο και ο καφές, ως λέγουσι κακά τινα στόματα, δεν αποχωρίζεται του πένθους των!

Το  Μ έ γ α   Σ ά β β α  είνε μία των ημερών εκείνων καθ’ ας η αγορά μας αποτελεί το λαμπρότερον θέαμα και παρίστησι την ζωηρωτέραν κίνησιν.

Χαρά οικογενειακή, αίσθημα θρησκευτικόν, προλήψεις αθώαι και περίεργοι, γέλωτες, ενδυμασίαι ποικίλαι, πνεύμα καρδοσκοπικόν, όλα αναμίξ διακυμαίνονται εν τω πλήθει εκείνω των αστών, των χωρικών, των Ακαρνάνων των πληρούντων την αγοράν μας.

Βλέπει τις να διολισθαίνη υψηλός τις πίλος μέσω τόσων κυανών μανδηλίων ή ερυθρών φεσίων και να ρυπαίνηται ιστορική  β ε λ ά δ α,  κύριος οίδε, πρώην τινός municipale προστριβομένη τη γρεβενή κάπα ηλιοκαούς τινος στερεοελλαδίτου και τη λάγια φλοκάτα χωρικού τινος Λευκαδίου.

Ολόκληρον δε το πλήθος τούτο, το διαγκωνιζόμενον εν πολλώ στενώ αναλόγως χώρω, εν μόνον θέμα έχει, περί έναν σκοπόν αναστρέφεται, την εκλογήν αρνίου λευκού, παχέος, αρτιμελούς, με ουράν πλατείαν, με στήθος χονδρόν, ζωηρόν αν θέλετε, θρασύ ως τον κύριόν του, ίνα ούτω δια τοιούτων αρετών πεπροικισμένον άξιον κριθή της θυσίας.

Περί την εκλογήν του αρνίου ιδιάζουσαν προσοχήν καταβάλλουσιν οι μνηστήρες, οίτινες, κατ’ έθος την ημέραν ταύτην, πέμπουσιν εις την νύμφην το αρνί άνθεσιν εστεφανωμένον, όπερ κατ’ εξαίρεσιν ψήνεται την Κυριακήν και διανέμεται εις τους συγγενείς και φίλους.

Πόσον ευτυχή είνε κατά την ημέραν ταύτην τα  λ ά γ ι’   α ρ ν ι ά  δηλαδή τα μέλανα, θεωρούμενα, ως εκ του χρώματος, δυσοιώνιστα και συνεπώς ανάξια να μετάσχωσι και δια της σφαγής των τι της χαρμοσύνου ταύτης ημέρας.

Εν τούτοις η ζωηρότης αύτη διαρκεί μόνον μέχρι της 10ης πρωϊνής ώρας, καθ’ ην  π έ φ τ ε ι  τ ο   κ ο μ μ ά τ ι,  σύμβολον της καθόδου του Ιησού εις τον άδην.

Κ ο μ μ ά τ ι  morceau–pezzo εις οίαν δήποτε γλώσσαν και αν το θέλετε, σημαίνει τεμάχιον, μέρος, και την λέξιν πας τις ευκόλως εννοεί, αλλ’ ουχί και την φράσιν  π έ φ τ ε ι  τ ο   κ ο μ μ ά τ ι,  ην ο Λευκάδιος μεταχειρίζεται, ίνα δι’ αυτής δηλώση, λίαν όμως περιληπτικώς, την θραύσιν παντός αγγείου καθαρού ή ρυπαρού, τας φωνάς, τους αλαλαγμούς, τους τουφεκισμούς, τους τρομπονισμούς, την σφαγήν τοσούτων αρνίων, τους ήχους της μουσικής και προσέτι την θράυσιν κεφαλής τινος ανοήτου.

Διότι άμα ως η 10η σημάνη και οι ιερείς κρεμασθώσιν εις τα κωδωνοστάσια και η μουσική αρχίση να παίζη  κ α ν έ ν α   κ ο μ μ ά τ ι  κ α λ ό,  και πάσα καλή νοικοκυρά, πάσα πεταχτή κοπέλα, πας φούρναρης ή καταστηματάρχης αρπάζει το επί τούτω φυλαττόμενον διερρωγώς αγγείον, ευγενές ή αγενές και το ρίπτει θερμώς εκ του παραθύρου, αποδαπανών πάσαν αυτού την δύναμιν, ίνα κροτήση περισσότερον, ίνα προξενήση τον γέλωτα της καλής δεσποινίδος, ίνα θραύση αντί να θραυσθή και πάντα ταύτα προς δόξαν του Ιησού του διαρρηγνύοντος τας πύλας του άδου, του υποδεικνύοντος εις τον Αδάμ τον παράδεισον και αναγγέλοντος ημίν ζωήν την αιώνιον.

Βαβαί! παπαί! κατά την στιγμήν ταύτην εις πάσαν άστεγον κεφαλήν.

Α ι μ α τ ώ θ η κ ε  πλέον η Λαμπρά από της ώρας ταύτης και πάσαι σχεδόν αι αύλειοι θύραι υποδεικνύουσι τούτο δια του εξ αίματος σταυρού ον φέρουσι.

Κατά την ημέραν ταύτην κάθε καλή νοικοκυρά βάφει τα αυγά κόκκινα, ιδίως περιποιούμενη το αυγό της Μεγάλης Πέμπτης.

Το αυγό το γεννηθέν την ημέραν ταύτην απολαύει ιδίων προνομίων και προστασίας, ως φέρον εν εαυτώ την ευτυχίαν ή την δυστυχίαν του οίκου.

Θεωρούσιν οι Λευκάδιοι το αυγό της Μεγάλης Πέμπτης, αν κατά το μέγεθος υπερέχει, ως αίσιον οιώνισμα και κατά την συνήθη φράσιν  κ ά τ ι   μ ε γ ά λ ο   θ ε  ν ά ρ τ η   ‘ς  τ ο   σ π ί τ ι,  δι’ ο τρώγουσιν αυτό μόνον οι σύζυγοι ή τα τέκνα, οι δε ναυτιλλόμενοι το φυλάττουσιν ως κατευναστικόν της τρικυμίας.

Ούτω, λοιπόν, και η ημέρα αύτη διέρχεται ευφρόσυνος, χαροπή, ως αποτίνουσα πάσαν υποχρέωσιν του στομάχου προς την Εκκλησίαν.

Σχολιάστε

Filed under Εκκλησιαστικά θέματα, Λαογραφία, Λευκάδα, Παράδοση

Σεμπριές και σέμπροι…

Γράφει ο Πανταζής Κοντομίχης στο βιβλίο του «Τα Γεωργικά της Λευκάδας», Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1985, σελ. 32-33, για τις σεμπριές και τους σέμπρους:

kontomichis_georgika «Πολλοί, που δεν μπορούσαν, για διάφορους λόγους, να καλλιεργήσουν οι ίδιοι τα κτήματά τους, τα μίσθωναν σε άλλους. Αυτοί ήταν, συνήθως, αρχόντοι με τεράστιες περιουσίες, εμποροκτηματίες της Χώρας, γεωργοί που λείπανε από τις εστίες τους, γεωργοί που δεν επαρκούσαν να καλλιεργήσουν τα χωράφια τους, και τέλος ορφανεμένες οικογένειες με αρκετή περιουσία, αλλά χωρίς ανθρωποδύναμη. Εκείνοι πάλι που αναλάμβαναν την καλλιέργεια ξένων κτημάτων ήταν ή φτωχοί καλλιεργητές ή

πολυδύναμες φαμελιές, πολλά αδέρφια κ.λπ., που ήθελαν να καλυτερέψουν τα οικονομικά τους. Η συνεργασία αυτή λεγόταν σεμπριά και τα ενδιαφερόμενα άτομα σέμπροι. Η σεμπριά έκλεινε ή προφορικά, με λόγο, ή γραπτά με ιδιωτικό ή συμβολαιογραφικό συμφωνητικό. Τα χωράφια για σπάρσιμο τα ‘διναν για ορισμένο χρόνο που ανανεωνόταν, εφ’ όσον το ήθελαν και τα δυο μέρη. Τα μίσθωναν δε ή μισακά, μισό ο νοικοκύρης μισό ο σέμπρος του, ή τριτάρικα δηλ. 2 μέρη ο μισθωτής 1 ο νοικοκύρης, ή και αναπεντάρικα, που θα πει 3 μέρη ο μισθωτής και δύο ο νοικοκύρης. Ο ιδιοκτήτης του χωραφιού, τις πιο πολλές φορές, έβανε και το σπόρο. Όλες τις δουλειές από κει και ύστερα τις έκανε ο σέμπρος. Η μοιρασιά γινόταν στο αλώνι. Σώριαζαν τον καρπό, αφαιρούσαν το σπόρο που έβαλε ο νοικοκύρης, έβγαναν το δραγατιάτικο, την αμοιβή δηλ. του αγροφύλακα, και σε παλιότερες εποχές το φόρο της δεκάτης, και το υπόλοιπο το μοιράζονταν κατά την συμφωνία. Καμιά φορά όμως, επειδή γινόταν και καταστρατήγηση της συμφωνίας, ο νοικοκύρης ζητούσε ένα ποσόν, σε χρήμα ή καρπό, που όριζαν από πριν. Κι έλεγαν: «Εμένα θα μου δώσεις τόσο, κι όσο κάμεις έκαμες». Ούτε θεομηνίες πιάνονταν τότε, ούτε ξηρασίες ούτε τίποτα. Σημειώνομε πως απαράβατος όρος σ’ αυτού του είδους τις σεμπριές ήταν να μην φυτέψει δέντρα ο σέμπρος και κυρίως να μην κεντρώσει αγριλίδες. Γιατί τότε, λένε, «δεν τον έβγανες άλλο από μέσα, σου το ‘παιρνε το κτήμα χωρίς να το καταλάβεις».

Σεμπρικά έπαιρναν και αμπέλια με τους ίδιους πάνω κάτω όρους. Μόνο που εδώ ο νοικοκύρης έβανε και τα μισά φάρμακα, αν το συμφωνούσαν. Πάντως γενικά οι Λευκαδίτες γεωργοί δεν είχαν και σε μεγάλη υπόληψη τις σεμπριές. Πάντα κάτι δε θα πήγαινε καλά. Το λέει και η παροιμία: «Σεμπρικό γαϊδούρι ή του λύκου ή του ψόφου«. Οι λέξεις όμως σεμπριά και σέμπρος έχουν κι άλλη σημασία. Σεμπριά π.χ. έκαναν κι εκείνοι που έσμιγαν τα ζώα τους, βόδια ή άλογα (ένα ο ένας κι ένα ο άλλος), και δούλευαν συντροφικά τα χωράφια τους ή πήγαιναν αγωγιάτες μαζί στ’ αλώνια. Κι αυτοί σέμπροι λέγονταν».

Αυτά γράφει ο αείμνηστος φιλόλογος Πανταζής Κοντομίχης, ο ακάματος ερευνητής και συγγραφέας δεκάδων βιβλίων, τα περισσότερα με θέματα από τη λαογραφία και ιστορία του τόπου μας, του νησιού της Λευκάδας. Σεμπριές όμως γινόταν, όπως βλέπουμε πιο κάτω, και μεταξύ αυτών που διέθεταν ζωϊκό κεφάλαιο και κτηνοτρόφων. Δεν ξέρω τους όρους αυτής της σεμπριάς, ποιο ήταν το «διάφορο» δηλαδή που καρπώνονταν ο νοικοκύρης (κάτοχος του ζωικού κεφαλαίου), αλλά ούτε και έχω ρωτήσει ως ώρας τους παλιότερους. Όλο και κάποιος θα θυμάται. Παραθέτω, διατηρώντας την ορθογραφία, ένα γράμμα του νοικοκύρη προς τον «σέμπρο» και κουμπάρο του κτηνοτρόφο από το αρχείο του Λάκη Κολυβά (Μπερδεμπέ).

sempros

Κουμπάρε Νιόνιο

Από τα διάφορα των προβατών μου σε παρακαλώ να δώσης δύο προβατίνες καλαίς πολύ καλαίς στον κομιστήν της παρούσης Σπυρίδωνα Μουζάκην π.τ. Παναγιώτου.
Έχω υπ’ όψιν ότι δια μεθαύριον θα σου αφήσω μόνον τριάντα προβατίνες τες άλλαις μαζί με το διάφορο θα μου τας δώσης θα πάρω ένα πεδάκι να μου τες φυλάη να τρώγω το γάλα και τα αρνιά και όταν θέλης να κρατήσης τα υπόλοιπα έχη καλώς άλλως με ειδοποής και βρίσκω άλλον σέμπρον – αν τα θέλεις είσαι προτιμητέος     σε χαιρετώ

Σφραγίδα
(ΙΩΑΝΝ. ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ
Ή ΣΟΥΣΑΜΗΣ
ΒΛΥΧΩ – ΛΕΥΚΑΔΑ)
Υπογραφή

Πηγή:
Πανταζής Κοντομίχης, Τα Γεωργικά της Λευκάδας, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1985, σελ. 32-33
Προσωπικό αρχείο Λάκη Κολυβά (Μπερδεμπέ)

3 Σχόλια

Filed under Αγροτιά, Βιβλία, Κολυβάτα, Παράδοση, Παλιά χαρτιά

Το Λευκαδίτικο Πάσχα- του Ηλία Π. Γεωργάκη

Το λάβαμε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον συντοπίτη μας Ηλία Π. Γεωργάκη και το δημοσιεύουμε. Ο Γεωργάκης έχει, για όσους δεν το γνωρίζουν,  προσωπικό blog στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» όπου δουλεύει.

Το ΛΕΥΚΑΔΙΤΙΚΟ ΠΑΣΧΑ

του ΗΛΙΑ Π. ΓΕΩΡΓΑΚΗ

»Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γιαλίζει στα μαλλιά του… Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο: Αύριο, αύριο, αύριο, το Πάσχα του Θεού!» (ΟΔ. ΕΛΥΤΗΣ).

iliasgeorgakis Πάσχα. Πάσχα στη Λευκάδα. Μοσχοβολιές στον αέρα. Μάραθος, μυρτιές, αγράμπελες, κρίνοι, παπαρούνες. Ξωκλήσια, αγριολούλουδα. Η μυρωδιά του κεριού καθώς λιώνει στην πασχαλινή λαμπάδα. Η ανθισμένη φύση.

Τα χελιδόνια. Ο έρωτας. Τα κόκκινα αυγά. Οι ασβεστωμένες αυλές. Ο οβελίας. Οι χαρμόσυνες καμπάνες. Πάσχα στη Λευκάδα. Στην Κυρα Φανερωμένη, στους Αγίους Αναργύρους, στην Παναγία των Ξένων. Οι φίλοι, οι παλιοί συμμαθητές. Βόλτα στο Κάστρο και στη Γύρα. Αγνάντεμα στον Αη Γιάννη. Περισυλλογή στο ηλιοβασίλεμα. Δραπέτευση στα καταπράσινα περιβόλια. Στους λουλουδιασμένους αγρούς. Το φωτισμένο χαμόγελο της Μυρτώς. Η χαρά του Παναγιώτη. Το «κομμάτι». Ο κατανυκτικός Επιτάφιος. Η χορωδία του Άγιου Νικολάου. Με την απουσία του πατέρα για πρώτη χρονιά από τη χορωδία. Η παράδοση. Οι προσδοκίες. Τα όνειρα. Οι ελπίδες.

Πάντως θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στα Πασχαλινά Λευκαδίτικα έθιμα: Το Μεγάλο Σάββατο, νωρίς, το πρωί, οι γυναίκες βγαίνουν στο παράθυρο και «ρίχνουν το κομμάτι» στο δρόμο. Πετούν δηλαδή ένα πήλινο αγγείο, πιάτο, λαγήνι, μπότη και στην ανάγκη ένα κεραμίδι ή κάτι γυάλινο – γενικά ένα εύθραυστο δοχείο που γίνεται κομμάτια. Τα συντρίμμια του σκεύους δεν κάνει να τα μαζέψουν την ίδια μέρα. Το κομμάτι -λέει η παράδοση- το ρίχνουν για να σπάσει η θλίψη, η ησυχία και το πένθος της Μεγάλης Εβδομάδας. Ύστερα, με το χτύπημα της καμπάνας, βγαίνει η Φιλαρμονική στους κεντρικούς δρόμους της πόλης και παίζει εμβατήρια.

Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας

Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας. Στην περιοχή είχαν παλιότερα τα εργαστήρια τους οι "χάβροι", οι σιδηρουργοί.

Την Μεγάλη Παρασκευή στην πολη -τα παλιά χρόνια- λειτουργούσαν όλες σχεδόν οι εκκλησίες της πόλης και έβγαιναν περισσότεροι επιτάφιοι. Κάποτε οι επιτάφιοι έβγαιναν τα ξημερώματα του Μεγ. Σαββάτου. Αργότερα, γινόταν «συνάντηση επιταφίων» στην Πλατεία. Όταν περνούσαν οι επιτάφιοι απ’ την Πλατεία, οι φιλοπαίγμονες «Μπρανέλοι» αφορμή ήθελαν για ν’ αρχίσουν τα πειράγματα προς τις άλλες ενορίες. Μόλις έφτανε ο κάθε επιτάφιος στην πλατεία, ακούγονταν τα παρακάτω επιφωνήματα: Για τον επιτάφιο του Αγίου Μηνά: Τσαφ – τσουφ (επειδή στην περιοχή είχαν τα εργαστήρια τους οι «χάβροι», οι σιδηρουργοί). Για του Αγ. Γεωργίου και του Αγ. Δημητρίου (από τα «Ψαρέικα», με τους πολλούς ενορίτες, ψαράδες): Γαρίδα – γαρίδα! Για την ενορία των ναυτικών, τον Άγ. Χαράλαμπο: Όρτσα – Μπόντζα ή Αμόλα σκότα! Για της Αγ. Παρασκευής, με τις φιλόκαλλες ενορίτισσες: Οι φκιασιδούδες έρχονται! Για την ενορία της «μεγαλοοικογένειας» Τσαρλαμπά κ.ά., τον Άγ. Σπυρίδωνα: Τα ψηλά καπέλα! Και για τη Βαγγελίστρα: Ωχ! Βαγγελίστρα μου.

Κι επειδή ξεχάσαμε τις παραδόσεις και τα παλιά μπρανελίστικα, αναδημοσιεύω »Το κομμάτι’ του αείμνηστου Παναγιώτη Τ. Ματαφιά (Νότη Μπρανέλου), απο το βιβλίο του με τίτλο »Απ’ τον Αη-Μηνά ίσαμε τον Πόντε, Αθήνα 1992»:

matafias_panagiotis – Δε μ’ λες, μωρ’ θειά (μώρα μου κιόλας) μη (μ)πάει κι έπεσε το κομμάτι, και δε (ν)το πήρα χαμπέρι;.

 

– Όχι, μαρή θυατέρα, είναι μπονόρα ακόμα, στο (ν)ύπνο σου δα το ειδες;

– Δε (γκ)ξέρω. Εδεκεί π’ σάρωνα, μου κάστ’κε ότ’ άκ’σα τη μουζ’κή.

– Όχι, μαρή κουρεμαδιά, είναι μπονόρα σου λέου. Ύστερα απ’ τσ’ εννιά η ώρα να (ν)το λογαριάζ’ς. Δε μ’ λες τώρα, για να πούμε και τίποτσ’ άλλο, έβαψες πολλά αυγά μαρή;

– Ένα (γ)κόρακα, χριστιανή μου. Δε (γ)ξέρω τι τον ηύρε το (γ)καλοφούρτουνο το ν’κοκύρ’ μου, να (ν)τονε χαρώ, και μου κουβάλ’σε δέκα ντουζίνες, η τζόγια μου, «λες και θα μας κομ-παρίρ’νε οι Αγγλογάλλ’». Κάμε κόντο. Μήτε στα «δώδεκα βαγγέλια» δεν άδειασα να πάου η καψερή, ο Θέος να με σ’χωρέσει.

– Μπα, μαρή κοπέλα μ’. Δε μ’ λες κάνε, τ’ αρνί σας το σφάξατε;

– Μπαααα, θειά μ’. Καρτερώ το μπαρμπα-Χρήστο το Μένιο. Η αφεντιά του μας το σφάζ’ ούλες τσι χρονιές. Είναι φίλος, βλέπ’ς, με το ν’κοκύρ’ μου. Του δίνει και τη (μ)προβιά κάθε χρόνο!

– Εγώ, καψόπαιδο, εφώναξα εχτές το μπάρμπ’ Αργύρ’ και ξεντριγάρ’σα.

– Ναι, είδα τσου «σταυρούς στη (μ)πόρτα» σας. Και του χρόνου να ‘στενε καλά. Δε μ’ λες, αλήθεια, θεια, η αφεντιά σου θα (γ)ξέρ’ς. Τι πράμα είν’ αλήθεια αυτό το κομμάτι; Άκου, να γυρίζ’, λέει, κάθε Μεγασάββα η μουζ’κή στα σοκκάκια και να βαρεί τ’ «διάνα» κι οι ν’κοκυράδες, απ’ όπ’ βρεθούνε, να τσακίζ’νε στσου δρόμ’ς ότ’ παλιαγγειό τσου βρίσκεται. Μπορείς να μ’ πεις η αφεντιά σου, τι σένια είναι, η αφεντιά τσου;

– Εθίματα, μαρή θυατέρα. Παλιά εθίματα των γιορτώνε. Τι θέλ’ς να ‘ναι; Έτσ’ τα ‘βραμε απ’ τσου παλιότερους, έτσ’ τα βαστάμε και στσι μέρες μας. «Μικρή Ανάσταση» μου την είπε, νια μέρα π’ τονε ρώτησα κι εγώ, ο σιορ Πίπ’ς, ο νόντσολος τ’ Άη-Μηνά. Αλλά τώρα, στο (γ)καιρό μας, δεν τα πιεντάνε και πολύ – πολύ. Παλιότερα, καψόπαιδο, ο κοσμάκ’ς τα στ’μάρ’ζε πλειότερο απ’ τσου τωρινούς και μάλ’στα μου πολύ τα χαιρόντανε. Θ’μάμαι νια βολά, σα σήμερα, όπως κατέβαινε η μουζ’κή στο παζάρ’ απ’ τα Χάβρ’κα για τη (μ)πιάτσα, εδεκεί στο σοκκάκι του Μαρκά, πετιέται απ’ το τσαγκάρ’κό του ο Γιώργ’ς ο Κράλ’ς, Θεός σχωρέστονε κι απ’θώνει καταμεσίς του δρόμ’ ένανε θεόρατο μπότη, από κειούς εκεί με τ’ν αλ’φή απόξ’, ξέρ’ς μαρή, π’ βάν’νε το λάδ’, μ’ ένα φ’τίλ’ απάν’ στη μσ’ούδα του, αναμμένο. Οραντίς και το βλέπ’νε οι μουζ’κάντ’δες, σκιαχτήκανε και το βάν’νε στα κοσάκια. Σκορπίσανε και μήτε δ’νήθηκε να (ν)τσου σ΄μασ’ άλλο ο μακαρίτ’ς ο μπάρμπα Νιόνιος ο Τσ’ρώτος, π’ τσόκανε το «δάσκαλο».

– Έτσ’ λ’πόν! . Και δε μ’ λες αλήθεια, θεια. Όλο τι πράντσα λογαριάζεις να ‘τ’μάσεις;

– Τι πράντσα, μαρή κοπέλα μ’, σα (γ)και δε (ν)τα ξέρ’ς, ρωτάς. Απόψε το πατσαλίκι αυγοκομμένο, όπως το καλεί η βραδιά. Αύριο τσότσο κρέας με μανέστρα και τ’ν άλλ’ τ’ αρνί ψ’μένο. Αυτά. Τα ξέρ’ς. Δε (ν)τα ξέρ’ς τώρα;.

– Θα (ν)το ψήσ’τε στο σουβλί;

– Ναίσκε, μαρή. Όξ’ στ’ν αδειά, αντάμα με το (γ)κ’νιάδο μου και το λαλά μου. Κάθε χρόνο έτσ’ κάν’με, από έσπαλε. Θέλ’νε, βλέπ’ς, άμα το σ’κών’νε, να ρίχν’νε και τσι κουμπουριές τσου, για το καλό τα’ χρόνου. Το δ’κό σας θα (ν)το βάλ’τε στο φούρνο, ε; Είδα το δ’κόνε σου, τ’ απολιώρα, πόφερν’ αποκλάδια.

– Τι να κάμ’με, θειά μου; Είμαστε βλέπ’ς κι οι δύο κονκασάδοι.

– Και για Ανάσταση, πού λέτε να πάτε;

– Εδεδώ στ’ (μ)πιάτσα, λέμε να βγούμε, στον Αη-Σπ’ρίδωνα για πιο σιμά. Ας πάου τώρα ν’ αποσώσω κάτ’ δ’λειές που τ’ς έχω στ’ μέση, μη (μ)πάει κι έρτ’ ο μπάρμπα Χρήστος για το καλότ’χο τ’ αρνί. – Τότενες, γεια σ’ μαρή θυατέρα μου και καλή σας Ανάσταση.

– Αμήν, θεια μου, παρομοίως, με τ’ φαμελιά σου.

Σχολιάστε

Filed under Βιβλία, Γλωσσικό ιδίωμα, Λευκάδα, Παράδοση

«Η Μεγάλη Εβδομάς και το Πάσχα εν Λευκάδι» του Νικολάου Ι. Σταματέλου

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ποικίλη Στοά«, Τόμος 5, Αρ. 1 (1885), απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Το είχε γράψει ο συντοπίτης μας Νικόλαος Ι. Σταματέλος και το είχε αφιερώσει στον Γεώργιο Βαλαβάνη.
Επειδή το άρθρο είναι μεγαλούτσικο θα το δημοσιεύσουμε σε τρία ξεχωριστά μέρη.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Πρώτο Μέρος

Τους καστανούς οφθαλμούς της ερωμένης μου και τας Αθήνας κατέλιπον το Σάββατον του Λαζάρου, λυπούμενος διότι το ατμόπλοιον εστερείτο της ταχύτητος του Βαργώση ίνα, εν μια στιγμή και μόνη, ευρεθώ επί του Αλεξάνδρου της Λευκάδος μου και ακούσω την αφελή εκστήθισιν του ωραίου θρησκευτικού άσματος υπό των μικρών συμπατριωτών μου, οίτινες, φαιδροί, με τον γέλωτα της ανατελλούσης ήβης επί των χειλέων, περιάγουσιν, από οικίας εις οικίαν, την πρωΐαν του Σαββάτου, άνθεσιν εστεφανωμένον τον Ιησού εν σταυρώ, άδοντες.

» Ήρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάϊα
» ήρθ’ η γιορτή, πούνε μεγάλη κι’ άγια…

και με τα καλάθια εις τας χείρας περιμένοντες τα αυγά της καλής νοικοκυράς.

Ηξιώθην όμως την παρασκευήν να ίδω εν Αθήναις το ανδρείκελον του  Α ο υ ά ζ α ρ ο υ  ή το  π α ρ ά λ λ α μ μ α  εκείνο κάλλιον, όπερ ευειδείς χωρικαί επ’ ώμου φέρουσιν, ως ατσιγγανίδες μητέρες τραγωδούσαι,

» Ερδ’ αουάζαρε περ βε
»γκρούντε, ντούντε ζαερέ…

και με συγχωρείτε δια την ορθογραφίαν.

Τότε εμνήσθην της πατρίδος μου, παραβάλλων την κατάνυξιν μεθ’ ης ασπαζόμεθα τον θριαμβεύσαντα Ιησούν, προς τον γέλωτα όν εγείρει η κωμωδοποίησις εκείνη του δυστυχούς Λαζάρου, όστις, ίνα καλύψη, ως φαίνεται, την εκ του τάφου γυμνότητά του, ενεδύθη το αλβανικόν  σ ι γ ο ύ ν ι ο ν  και την γυναικείαν  κ α μ ί ζ α ν.

Η "Αποκαθήλωση του Χριστού" με τη μορφή της Άκρας Ταπείνωσης στην κόγχη της νέας Πρόθεσης στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη στα Κολυβάτα Λευκάδας. Η τεχνική και η τεχνοτροπία εδώ είναι διαφορετική από την παράσταση της Ανάληψης. Η παράσταση της Αποκαθήλωσης ανήκει ασφαλώς στις αρχές του 18ου αιώνα και πρέπει να σχετισθεί με τη μεγέθυνση του ναού στα 1709. Η τεχνική και η τεχνοτροπία εδώ είναι διαφορετική από τις άλλες παραστάσεις το αέτωμα του παλαιού τοίχου, πάνω κι από τις τρεις κόγχες του ανατολικού τοίχου.

Η "Αποκαθήλωση του Χριστού" με τη μορφή της Άκρας Ταπείνωσης στην κόγχη της νέας Πρόθεσης στο μοναστήρι του Αη-Γιώργη στα Κολυβάτα Λευκάδας. Η παράσταση της Αποκαθήλωσης πρέπει να έγινε στις αρχές του 18ου αιώνα και να σχετισθεί με τη μεγέθυνση του ναού στα 1709. Η τεχνική και η τεχνοτροπία είναι διαφορετική από τις άλλες παραστάσεις στο αέτωμα του παλαιού τοίχου.

Αφικόμην εις Λευκάδα το απόγευμα της Κυριακής των Βαΐων και μετά τα συνήθη φιλήματα και χειροσφιξίματα, άτινα μοι ήσαν λίαν οχληρά ως εκ της δυσφόρου οσμής του σκόρδου, ην και τα προσφιλέστερα στόματα εξέπεμπον, επλήρωσα και εγώ τον στόμαχον σκορδαλιάς μεθ’ αλμυρού οψαρίου, μετασχών ούτω του εθίμου τούτου των συμπολιτών μου, οίτινες μη αρκούμενοι εις την δια βαΐων και κλάδων υποδοχήν του ονοδρομούντος Θεού, πληρούσι την ατμόσφαιραν ολόκληρον τοιαύτης οσμής, ίνα και τον ουρανίονα δια μεγαλοπρεπούς θυμιάματος χαιρετήσωσι.

Μετ’ ολίγον η αύλειος θύρα ανοίγεται και τρία ή τέσσερα πεταχτά παιδιά, φέροντα υπό μάλης φόρτωμα βαΐων, περιετριγύρισαν την μητέραν μου.

– Α! λέγει, τα βάγια από την ενορία μας

– Από τον παππά Καλαφάτη, απήντησαν εκείνα, λαμβάνοντα ενταυτώ ανά εν δεκάλεπτον έκαστον.

Η μήτηρ μου, λαβούσα τα βάϊα, έκαμε τον σταυρόν της, τα ησπάσθη, τα προσήγγισε εις το μέτωπόν της και

– Ανάσπασέ τα, παιδί μου, νάνε βοήθειά σου, μοι είπε.

Εγώ μετά σεβασμού τα εδέχθην, αλλά … εγέλασα ολίγον ευθύς ως οι οφθαλμοί μου ητένισαν εις τας  β α ϊ φ ό ρ α ς  — μικράς στρογγύλας εκ χάρτου εικόνας, ας, κατά τας ημέρας ταύτας, με τα πλέον χονδρά χρώματα, οι μικροί παίδες σχεδιάζουσι πωλούντες αυτάς αντί 2 το πολύ 4 λεπτών εκάστην προς τους ιερείς.

Επ’ αυτών σχεδιογραφείται ο Ιησούς επί πώλου όνου, ή χειρ στιβαρά ρασοφορεμένη κρατούσα σταυρόν και φοίνικα.

Ο Ωραίος Ιησούς μεθ’ οίας δυσμορφίας εικονίζεται! έχει τους οφθαλμούς πολλώ μείζονας του στόματος, τας χείρας χονδροτέρας των ποδών· και το δυστυχές εκείνο ζώον, παράδειγμα υπομονής! πως δύναται να βαστάζη τα τόσω δυσανάλογα ώτα!

Την πρώτην εσπέραν, ενθυμούμαι, της αφίξεώς μου, πολλαί καλαί γειτόνισσαι ήλθον ίνα με χαιρετίσωσι και ίνα μάθωσιν αν τα water proof των Ατθίδων καλύπτουσι τα ρυπαρώτερα και αρχαιότερα ενδύματα, ή αν οι ανδρικοί πίλοι παρέχουσι πλείονα δικαιώματα εις το αδικούμενον φύλον των· και εγέλων χαροπαί με τας απαντήσεις μου, με τας ερωτήσεις των μάλλον και εσπινθήριζον οι μέλανες οφθαλμοί των και έτριζε το κάθισμα εκ της ευλυγισίας των βεβαίως.

– Ε! λέγει μεσήλιξ γυνή, άγαμος μεν, αλλ’ έχουσα αξιώσεις, ας ητιολόγει ο πρόσφατος γάμος ευειδεστάτης συνομηλίκου της, αύριο μεγάλη δευτέρα, μεγάλη μαχαίρα, θα πάψουν τα γέλοια, αρχινάνε τα βάσανα τ’ αφέντη του κόσμου.

– Γιατί, σόρα Τασούλα, περίεργος εγώ, χάριν της Εθνολογικής Εταιρίας, την ηρώτησα, λες μεγάλη μαχαίρα;

– Να σου ‘πω, πολύχρονέ μου, μοι λέγει, κι’ ο συ σα γραμματικός τα ‘ξέρεις, γιατί τα γράφουν τα  λ ί μ π ρ α.

– Ναι, μα κάμε μου τη χάρι να μου πης, τη απήντησα, γιατί δεν το παραθυμούμαι.

Και η πρωτότυπος Ελληνική πηγή, η Τασούλα, μοι διηγήθη τα επόμενα:

» Η σχωρεμένη η βαβά μας η Τρέκενα, κάθε βράδυ ‘που εκαθόμαστε εμείς η παιδοπούλαις τριγύρω της, μας έλεγε από κανένα μύθο για να περνά η ώρα. Θυμούμαι ‘που ‘σαν καληώρα κ’ ευλογημένη, ξημερώνοντας μεγάλη δευτέρα μας έλεγε πάντα μ’ ευλάβεια,

» Μεγάλη Δευτέρα — μεγάλη μαχαίρα.
» Μεγάλη Τρίτη — μεγάλος Πετρίτης.
» Μεγάλη Τετράδη — μεγάλο μαράζι.
» Μεγάλη Παρασκευή — μεγάλη υπομονή.
» Μεγάλο Σαββάτο — όλο χαραίς γεμάτο.

– Μα γιατί, σόρα Τασούλα, την ηρώτησα, το λένε τέτοιο μοιρολόγι;

-Α! να σου ‘πω, χαϊδαντά μου, κ’ εγώ, θυμούμαι, την ερώτησα τη σχωρεμένη τη βαβά μου και μου είχε ‘πει, πως μια φορά, μια μάνα είχε ένα μοναχογυιό, κι’ ότες της τον πήρ’ ο Θεός, της καψερής, τον έβαλε μεσ’ σε μια κασέλα κι’ αρχίναε να τον μοιρολογάη. Ήτανε τότε μεγάλη ‘βδομάδα και το μέγα σάββα έκαμ’ η χάρι του ο μεγαλοδύναμος το θάμμα κι’ αναστήθηκε, κι’ από τότενες, εκείνη η καψερή, κάθε μεγάλη ‘ βδομάδα, έλεγεν αυτό το τραγούδι.

Εσιώπησα και εγώ τότε αποθαυμάζων το ένδυμα δι’ ου περιέβαλλεν ο λαός τα περί Ιησού θρησκευτικά ιστορήματα.

(συνεχίζεται)

Σχολιάστε

Filed under Εκκλησιαστικά θέματα, Λαογραφία, Λευκάδα, Παράδοση