Ωδή στη Λευκαδίτισσα Αγρότισσα

Ο συχωριανός μας Διονύσης Δουβίτσας (Πριονάς) γεννήθηκε το 1942 στον Αλέξανδρο Λευκάδας – στον οικισμό Μαυρογιαννάτα.

prionas Εκεί πήγε σχολείο. Αργότερα τέλειωσε το Γυμνάσιο στην πόλη της Λευκάδας. Έχει ασχοληθεί ερασιτεχνικά με την ποίηση και τη συγγραφή θεατρικών έργων. Στίχοι του έχουν δημοσιευτεί σε τοπικές εφημερίδες. Στην Αθήνα όπου έμενε συμμετείχε κατά καιρούς στο Δ.Σ. της Ομοσπονδίας των Απανταχού Λευκαδίτικων Συλλόγων.

Ήταν επίσης ενεργό μέλος του Συλλόγου του χωριού μας στην Αθήνα και ένας εκ των συνιδρυτών του. Ο αείμνηστος Διονύσης Δουβίτσας που έφυγε πριν κοντά δυο χρόνια από τη ζωή ήταν αθεράπευτα παθιασμένος με οτιδήποτε έχει σχέση με τον τόπο μας. Παραθέτουμε το ποίημά του «Λευκαδίτισσα Αγρότισσα», μια ωδή στη «μάνα, γυναίκα κι’ αδελφή, ποιμένα, ζευγολάτη…». Πέρα απ’ όλα τα άλλα ένας θησαυρός συνάμα για τη Λευκαδίτικη χωριάτικη ντοπιολαλιά.

Λευκαδίτισσα Αγρότισσα

Εσένα Λευκαδίτισσα, αγρότισσα κυρά μου,
μάνα, γυναίκα κι’ αδελφή, ποιμένα, ζευγολάτη,
μορφή Τιτάνια, θεά, πως να σε περιγράψω;
φτωχά τα λόγια στο χαρτί, μη μπας και σ’ αδικήσω!
Δός μου μια μέρα μοναχά απ’ τη σκληρή ζωή σου,
έπος να γράψω ηρωϊκό, να σου το τραγουδήσω.
Στου κοκοτού το λάλημα, το πρώτο, τρεις η ώρα,
θα σηκωθείς για ζύμωμα, θα φκιάσεις το σακκούλι
για το χωράφι το πρωί, νάν’ έτοιμο στην ώρα.
Λίγο φαΐ μαγειρευτό, άλλοτε ξεροφάϊ,
το κολοκύθι το κρασί, δυό κούπες για τους άντρες.
Θα σπαργανίσεις το παιδί κι’ ως τόσο έχει φέξει.
Γρήγορα πλάθεις το ψωμί, έξι καλά καρβέλια.
Τα βάζεις στην πινακωτή, κι’ ως ότου αυτό να «γίνει»,
ξυπνάς τους άντρες να σκωθούν, κι αμέσως στο κατώγι
να σαμαρώσεις τ’ άλογο, τα σγύρια να φορτώσεις.
Αλέτρι αν είναι για σπορά και λαιμαριές και ζεύλες.
Αν θερισμός ή αλώνισμα, δρεπάνια, δεκριάνια,
δριμόνι για το γέννημα, σβάρνα και καρπολόγια.
Αν ίσως είναι τρηγητός, κοφίνια και καλάθια,
να ‘ναι η κάδη καθαρή, πλυμένο το βαγένι.
Eτοιμασμένα για μουστιά, τρόκολο, πατητήρα.
Το καρατέλο το μικρό, για νάμπει κεροπάτι.
Κι’ αν είναι για λιομάζωμα, τους λόυρους τα στρωσίδια,
να καθαρίσεις το ρογό, την πίλα, τις καπάσες.
Όλα χαζίρι στην αυγή. Πας το ψωμί στο φούρνο
κι’ η πρώτη αχτίδα του ήλιου, σε βρίσκει στο χωράφι.
Στο διπλανό το πέτσουρο, θα δέσεις τα μαρτίνια
και θα δουλέψεις τον αγρό, αϊτάροντας του άντρες.
Τα χέρια αλέστα εργάζονται, τα χείλη τραγουδάνε,
στ’ αρμονικό τ’ αντάμωμα της γης με τους ανθρώπους.
Μάνα και συ, μάνα κι’ η γη, της δίνεις και σου δίνει.
Ολοχρονίς παλαίβετε κι’ οι δυό αντρειωμένες.
Εσύ της σκίζεις τα πλευρά κι εκείνη σε ματώνει.
Τρέφεται με τους κόπους σου κι εσύ με το ψωμί της.
Ακούραστη κι αγόγγυστη, στο γυρισμό το δείλι,
αφού ξεζώσεις την ποδιά και κάνεις ποδολόγα,
φορτώνεις στο κεφάλι σου ένα δεμάτι ξύλα.
Να ξαβοηθήσεις γρήγορα κ’ αρπάζεις τη βαρέλα,
κρύο νερό να πεταχτείς στη βρύση να γιομίσεις.
Μετά το δείπνο, η φαμελιά γέρνει να ξαποστάσει.
Μα εσύ δε ξεντρεγάρησες. Την ταύλα θα σηκώσεις.
Θα γαλουρίσεις το παιδί και θα τ’ αποκοιμίσεις,
κι από κοντά στον αργαλειό με το φαρδύ το χτένι,
να πλέξεις με τα δάχτυλα τη μόστρα στο ιφάδι.
Βάζεις σαΐτες τέσσαρες και τέσσερα μιτάρια
κ’ υφαίνεις με τα όνειρα, την προίκα της θυατέρας.
Κι όσο να πάει και ναρθεί το χτένι στο διασίδι,
η κόρη αξαίνει μονομιάς και γίνεται φρεγάδα.
Τη βλέπεις νύφη ολόλαμπρη πάνω σε άσπρο άτι,
και δίπλα της ρηγόπουλο να της κρατά το χέρι.
Πίσω, δυό άλογα γερά, το γοίκο φορτωμένα,
τα βλογημένα τα σκουτιά που ύφανε η μάνα.
Άσπρα μαλλινοσέντονα, κ’ απλάδια και ντρεμίδια,
βελέντζες και σαγιάσματα, καρπέτες, μαντανίες,
κοντέσια και πουκάμισα, πετσέτες και μεσάλια,
σακούλια, πάντες και χαλιά και δυό καβαλοσκούτια.
Μπροστά πηγαίναν τα βιολιά, και συ ακουρμενόσουν,
μέχρι π’ αποκοιμήθηκες, στ’ αντί για προσκεφάλι.
Γυναίκα Αγιοπετρίτισσα και απ’ όλη τη Λευκάδα,
σήκω, λαλούν οι κοκοτοί, έρχετ’ η άλλη μέρα.
Φέρνει καινούργιο κάματο, αγώνα, μα κ’ ελπίδες.
Μ’ αντρειωμένες δρασκελιές, κι’ αυτή θα την περάσεις.
Κι ύστερα θάρθει Κυριακή, θάρθει γιορτή και σκόλη
θα βάλεις τα φτιασίδια σου, θα βάλεις τα καλά σου
με το παιδί στην εκκλησιά θα πας, στο πανηγύρι.
Κάνε Φανερωμένη μου, νάχει σοδειά και φέτος,
νάχει ψωμί, νάχει κρασί, λάδι για το καντήλι.
Γυναίκα Λευκαδίτισσα, αγρότισσα, σου πρέπει,
ευγνωμοσύνη και τιμή και προτομή και δόξα!!!

====================================================
Το ποίημα το πήραμε από την εφημερίδα «Αγιοπετρίτικα» (Εφημερίδα της Ένωσης Αγιοπετριτών Λευκάδας Νομού Αττικής – Αρ. φύλλου 119, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2009, Σελ. 9).

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Λαϊκοί ποιητές, Μαυρογιαννάτα, Νικιάνα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s