Οι γάμοι των χωρικών της Λευκάδος

Οι γάμοι των χωρικών της Λευκάδος άρχονται πάντοτε ημέραν Σάββατον· προγενεστέρως δε, δύο κοράσια εκ των ευειδεστέρων του χωρίου, ανδρικά ενδεδυμένα, και φέροντα πιστόλια εις την ζώνην, ζυμόνουσιν εις τον οίκον του γαμβρού τα καλούμενα κουλούρια του γάμου, άδοντα εκ περιτροπής,

  Σήμερα ‘ν’ άσπρος ουρανός, σήμερ’ ‘ν’ άσπρη ‘μέρα,
  σήμερα στεφανόνεται αητός την περιστέρα.
  ‘Σα λάμπουν τα λαμπρά σπαθιά ‘ς την ασημένια θήκη,
  έτσι να λάμπη κη ο γαμπρός ‘ς του πεθερού το ‘σπίτι.
Παραδοσιακός γάμος Θανάση και Παναγιώτας Μανωλίτση (Πηγή: Ημερολόγιο «Ξεφυλλίζοντας το χθες» του Πολιτιστικού Συλλόγου Νικιάνας «οι Σκάροι»)

Παραδοσιακός γάμος Θανάση και Παναγιώτας Μανωλίτση (Πηγή: Ημερολόγιο «Ξεφυλλίζοντας το χθες» του Πολιτιστικού Συλλόγου Νικιάνας «οι Σκάροι»)

Εκ της αυτής ζύμης κατασκευάζουσι και μέγα τι άλλο κουλούριον, καλούμενον πρωτόπλαστον, όπερ περιτυλίσσουσιν ερυθρά μετάξη, και τηρούσιν εις την οικίαν του γαμβρού μέχρι της τελευταίας ημέρας του γάμου. Την πρωΐαν του Σαββάτου σφάζουσι τράγον και ρίπτουσι πυροβόλον, διακηρύσσοντες ούτω την έναρξιν του γάμου· οι ακούοντες τον κρότον λέγουσιν, —αιματώθη ο γάμος.– Το εσπέρας του Σαββάτου ετοιμάζουσι σημαίαν τινά, ην περκαλούσι μπαϊράκι, και συγχρόνως προσκαλούσι νέον άγαμον ίνα ξυρίση τον γαμβρόν. Ούτος δε ξυρίζων άδει τα ακόλουθα δίστιχα·

  Μπαρμπέρης είν’ ο πλάτανος, γαμπρός το κυπαρίσσι,
  και νύφη το κρύο νερό από καθάρια βρύσι.
  Φωστήρας είσ’ ανάλλαγος, λεβέντης αλλαμμένος,
  και όντας βαρυστολιστής ‘σαν άγγελος γραμμένος.
  Ασήμια ‘ν’ τα γελέκια σου, και κρίνος είσ’ ατός σου,
  γκιούλση και μεραντσόνερο τρέχει απ’ το πρόσωπό σου.
  Γαρούφαλο Βενέτικο, κη όθε κη αν ‘πας μυρίζεις,
  κη απ’ όποια γειτονιά διαβής αντρόγενο χωρίζεις.

Την Κυριακήν μετά του αναδόχου και του γαμβρού πορεύονται οι συγγενείς και φίλοι εις τον οίκον της νύμφης, όπου τελείται το μυστήριον του γάμου. Πριν δε ο ιερεύς αρχίση την τελετήν, ο γαμβρός πατεί λαθραίως τον δεξιόν πόδα της νύμφης, και δια χρυσού ή αργυρού νομίσματος σταυρόνει αυτήν εις το μέτωπον και εις το στήθος· ακολούθως θέτει εις το στόμα της, και εδώθεν λαβούσα αυτή, το φυλάττει.

Μετά την τελετήν η νύμφη συνοδεύεται εν χορδαίς και οργάνοις και πυροβολισμοίς και αλαλαγμοίς εις τον οίκον του γαμβρού. Άμα δε εξέλθη του οίκου της άρχεται μία των καλλιφωνοτέρων γυναικών της συνοδίας να άδη καθ’ οδόν, εκ μέρους της νύμφης τα εξής δίστιχα·

  Μισεύω, φίλοι, κλάψτε με, κη αδέρφια μου μεγάλα
  και συ μαννούλα μου γλυκειά, ‘που μώδινες το γάλα.
  Ευκήσου με μαννούλα μου τώρα ‘ς το μισεμμό μου,
  ‘φκηθήτε μ’ αδερφάκια μου ‘ς τον αναχωρισμό μου.

Μετά το άσμα τούτο άλλη συνακόλουθος αποκρίνεται εκ μέρους της μητρός άδουσα,

  Σύρε, παιδί μου, ‘ς το καλό, και ‘ς την καλή την ώρα
  και να γιομισ’ η στράτα σου τραντάφυλλα και ρόδα.
  Γειτόνισσαις, γειτόνισσαις, που ‘ναι η γειτονιά σας;
  που ‘ν’ η φουμιά τση γειτονιάς, και η δασκάλισσά σας;
  Αυτού ‘που πας, παιδάκι μου, είναι ξερά τα ξύλα,
  κη από ταις ομμορφάδαις σου ανθούν και βγάνουν φύλλα.
  ‘Σ τη γειτονιά ‘που θα να πας κανέλα μη μασσήσης
  και μοσκοκάρυδο μη φας, και μας αλησμονήσης.
  Πόρτες και παραθύρια μου όλα ξεκλειδωθείτε,
  τη νύφη ‘που σας στέλνομε καλά ναν τη δεχθήτε.

Μετά τούτο αι λοιπαί συνακόλουθοι γυναίκες άδουσιν εκ περιτροπής τα ακόλουθα δίστιχα·

  Καλώς τα χιλιοπρόβαλε η βέργα η ασημένια,
  διαβαίνει και μας χαιρετά η μαργαριταρένια.
  Σαρώσετε τα διάβατα, σαρώσετε τση ρούγαις,
  για να διαβή η νύφη μας με τση χρυσαίς φτερούγαις.
  Αυτού ‘που πας, νυφούλα μου, ήλιος να μη σε κάψη,
  και μια ομπρέλα ‘λόχρυση να βγη να σε σκεπάση.

Όταν δε πλησιάσωσιν εις τον οίκον του γαμβρού, ψάλλουσι τάδε·

  Ανοίξετε τση κάμαραις τση απάνου και τση κάτου,
  κη ο γειος του Ρήγα έρχεται με την αρχόντισσά του.
  Να ‘ν’ ο γαμπρός καλότυχος, κ’ η νύφη καλομοίρα,
  να κάμουν ‘σερνικά παιδιά σαν του Μαγιού τα μήλα.
  Ευλογημέν’ αντρόγυνο, ο Θειός να σας βοηθήση,
  κ’ η Παναγιά η δέσποινα να σας πολυχρονίση.

Επί της στέγης της οικίας του γαμβρού ίσταται παις, φέρων κάνιστρον πλήρες βαμβακοσπόρου και ορυζίου, εξ ων ριπίζει εις την κεφαλήν της προσερχομένης νύφης. Παρά τη θύρα δε εκτίθενται διάφορα γεωργικά εργαλεία, εν οις διαπρέπει μάλιστα το γενί (ινίον)· εις δε των οικείων προσφέρει τη νύμφη πέλεκυν δι’ ου κτυπά τρις την θύραν σταυροειδώς, πατούσα συγχρόνως το παρακείμενον ινίον· εντεύθεν και η κοινή παροιμία —«ηύρηκεν η νύφη μας το γενί ‘ς την πόρτα τση.»— Ακολούθως προσφέρεται αυτή ρόϊδον, δι’ ου κτυπά πάλιν σταυροειδώς την θύραν, και έπειτα το ρίπτει εντός της οικίας· μετά τούτο τη εγχειρίζεται αγγείον πλήρες ύδατος, εξ ου πίνει εκ τριών διαφόρων αυτού μερών, και έπειτα χύνει το λοιπόν εις τα οπίσω.

Εισελθούσης της νύμφης εις την οικίαν, πάντες οι παρευρεθέντες οφείλουσι να συγχωρεύσωσι μετά των νεονύμφων τους καλουμένους τρεις γύρους (στροφάς), άδοντες ζωηρώς το εξής πεντάστιχον·

  Έχω γειο, κάννω χαρά,,
  Κάνν’ η νύφη μας παιδιά,
  Κάννει κάστρο φαμελιά,
  Πέντε γειους και μια μηλιά,
  Κη άλλη μια ροδακινιά.

Ακολούθως παραδίδονται εις φαγοπότια και διασκεδάσεις μέχρις όλης της Δευτέρας· την δε πρωΐαν της Τρίτης εξαρτήσαντες το νυκτερινόν πουκάμισον (χιτώνα) της νύμφης εις την κορυφήν του προειρημένου μπαϊρακίου, πορεύονται μετ’ αυτού πάντες εις πηγήν, ή φρέαρ· εκεί δε πλύναντες το πουκάμισον, και φαγόντες το πρωτόπλαστον κουλούριον, δίδουσι τέλος εις τους γάμους.

  Ι. Ν. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

========================================================
Πηγή:
Περιοδικό «Εστία», Τομ. 4, Αρ. 96 (1877)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Λαογραφία, Παράδοση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s