«Ο Μέγας Καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης παρουσίασε το τελευταίο του έργο»

«Αξιότιμοι κύριοι, κυρίες μου και παιδιά. Την Τετάρτη (13 Μαΐου 2009) στις τέσσερις το απόγευμα στο Μαρούσι ο Μέγας Καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης παρουσίασε το τελευταίο του έργο:

Ο ΣΠΑΘΑΡΗΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟ
– Χάρε, ποια χάρη ζήτησε στερνή του ο Σπαθάρης;
– Είπε: «Απ΄ τις φιγούρες μου καμιά μαζί μην πάρεις».
********************************************************
Τ’ άσπρο του νεκροσέντονο μπερντέ έκανε χθες βράδυ
κι έφτιαξε Θέατρο Σκιών με τις Σκιές του Άδη!
********************************************************
του Δημήτρη Ε. Σολδάτου»
 

(Επιστολή του Δημήτρη Σολδάτου για το θάνατο του Ευγένιου Σπαθάρη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», στο φύλλο της Πέμπτης 14 Μαΐου 2009).


Αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» (φύλλο της Κυριακής 17 Μάη 2009) ένα μικρό αφιέρωμα στον μεγάλο καραγκιοζοπαίχτη Ευγένιο Σπαθάρη:

Με τον Καραγκιόζη «δίδαξαν» ιστορία
Στιγμές από την πολυκύμαντη ζωή και δημιουργία ενός σπουδαίου λαϊκού καλλιτέχνη

«(…) ο Καραγκιόζης αντιπροσωπεύει τον απλό λαό και τα προβλήματά του. Κι ο λαός μας έχει πολύ βασανιστεί, ματώσει και καταπιεστεί. Και δεν ξέρουμε πόσους ακόμα αγώνες θα χρειαστεί να κάνει για να σταθεί ελεύθερος στα πόδια του. Κι ο Καραγκιόζης πάει κόντρα σε κάθε καταπίεση, στη μιζέρια και τη φτώχεια (…) Είναι φτωχός (σ.σ. ο Καραγκιόζης). Αλλά η φτώχεια δεν είναι κουσούρι. Κι αν πούμε την αιτία της φτώχειας θα πάμε αλλού (…) Τη φτώχεια τη δημιουργούνε αυτοί που δε θέλουν το λαό ξύπνιο, που τον θέλουν απομονωμένο και αποβλακωμένο (…)».

spatharis_01

«Πολλές φορές ενοχοποιούν τον Καραγκιόζη ότι είναι κλέφτης επειδή έχει μεγάλο χέρι. Όμως κανένας φτωχός δεν είναι κλέφτης. Το χέρι είναι μακρύ για να δίνει καμιά καρπαζιά ή για να αντιμετωπίζει αυτόν που τον καταδιώκει (…)».

Τα παραπάνω είναι δύο αποσπάσματα από αντίστοιχες συνεντεύξεις του Ευγένιου Σπαθάρη στο «Ρ». Το πρώτο δημοσιεύθηκε στις 12/1/1992 με αφορμή μία από τις πολλές επιθέσεις που δέχθηκε ο Καραγκιόζης από την αστική διανόηση. Το δεύτερο δημοσιεύθηκε στις 16/5/1993 με αφορμή το «Σπαθάρειο Μουσείο» στο Μαρούσι. Και τα δύο είναι χαρακτηριστικά της σκέψης αυτού του σπουδαίου δημιουργού που «έφυγε» πρόσφατα από κοντά μας, έχοντας ωστόσο αφήσει ανεξίτηλη τη «σφραγίδα» του σε ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του νεότερου ελληνικού λαϊκού πολιτισμού: Του Θεάτρου Σκιών και, πιο συγκεκριμένα, του Καραγκιόζη. Το «βρωμερό υποκείμενο» για τους αστούς, τον «ποτέ δούλος!» για το λαό και τον εξέχοντα δημιουργό του.

Η αλήθεια της τέχνης για το λαό

Στη λαϊκή συνείδηση ο Σπαθάρης «ταυτίστηκε» με τον Καραγκιόζη. Ακόμη και στα σημερινά παιδιά του διαδικτύου, των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και του ψηφιακού κινηματογράφου, η φωνή του «είναι» η «φωνή» του Καραγκιόζη. Το εκπληκτικότερο όμως είναι, ότι κι αυτός ο ίδιος ο Καραγκιόζης, μια φιγούρα που, φαινομενικά, τα μοτίβα και το πλαίσιό της «δεν» έχουν θέση στη σύγχρονη εποχή, εξακολουθεί να «μιλά» στα παιδιά με τον ίδιο τρόπο όπως και στους συνομήλικούς τους περασμένων δεκαετιών. Όπως, αντίστοιχα, τους «μιλά» ο Τσάρλι Τσάπλιν. Το «μυστικό» βρίσκεται στην τέχνη που φέρει αλήθεια. Και η αλήθεια συγκινεί στο διηνεκές.

Την αλήθεια της τέχνης του υπηρέτησε αυτός ο σπουδαίος καλλιτέχνης σε όλη του τη ζωή. Δίνοντας, ταυτόχρονα, μια τεράστια ώθηση στο είδος και καθιερώνοντάς το, ουσιαστικά, στη συνείδηση της διανόησης. Για τον Σικελιανό, π.χ., η τέχνη του Σπαθάρη «είναι στη βάση της λαϊκής ψυχής και ζωής και μακάριος που την αντικρίζει με τη σοβαρότητα που της οφείλεται. Μέσα της δεν κατασταλάζει μόνο η λαγαρή θυμοσοφία του λαούς μας μπρος στ’ ανάποδα του κόσμου, αλλά ξεσκεπάζεται κι η πηγαία δύναμη πόχει μέσα του και με την οποία υπερνικά αυτά τ’ ανάποδα με ψυχισμό ασύγκριτο». Και ο Τσαρούχης: «Ω, κακό χρόνο να ‘χουνε, ποτέ δεν πολεμήθηκε ένα τόσο ντελικάτο λαϊκό γούστο κι αίσθημα με τόση βαρβαρότητα και βλακεία, από αποτυχημένα, τελικά, ομοιώματα γερμανιζόντων νεοτούρκων (…)». Αλλά και οι Φωτιάδης, Πολίτης, Θεοτοκάς, Νίτσος και πολλοί άλλοι. Στο μεταξύ, από το 1860 που ο Γιάννης Μπράχαλης τον έφερε στην Ελλάδα, ο Καραγκιόζης είχε προλάβει να αγαπηθεί από το λαό και να γίνει μισητός από την εξουσία: «(…) Το φιλοθέαμον(;) κοινό της πόλεώς μας σαρδελοειδώς συνωθείται ίνα ακούσει τις αηδίες του Καραγκιόζη (…)» έγραφαν από το 1896 ακόμα οι εφημερίδες.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης γεννήθηκε στην Κηφισιά το 1924 και «μέσα» στο θέατρο σκιών, αφού ο πατέρας του Σωτήρης ήταν καραγκιοζοπαίχτης. Ο πατέρας δεν ήθελε να συνεχίσει και ο γιος την τέχνη του. «Ίσως γιατί είχε τυραννιστεί πολύ στη ζωή του» έλεγε ο Ευγένιος στο «Ρ». Η στιγμή του ήρθε το 1942, μέσα στην Κατοχή. Ο πατέρας του αρρώστησε και οι Μαρουσιώτες απαιτούσαν παράσταση. «Άρχισα λοιπόν δειλά – δειλά να παίζω. Κυρίως ηρωικά έργα. Ο καθένας τοποθετούσε στο πρόσωπο του πασά την γερμανική κατοχή και στον καπετάνιο, τον αγωνιστή».

Από το 1945, κυρίως και μέχρι το 1950 δίνει παραστάσεις σε όλη την Ελλάδα. Πρώτος «ανταγωνιστής» ο κινηματογράφος και η μεσοαστική νοοτροπία που άρχιζε να «ανθεί». «Το θεωρούσαν μείωση να πάνε σε μάντρες ή σε καφενεία να τον δουν. Προτιμούσαν τις πολυτελείς καρέκλες και τις αίθουσες του κινηματογράφου. Έτσι, μπήκα εγώ στις αίθουσες».

Το «ταξίδι» συνεχίζεται…

Τίποτα όμως δεν είναι ικανό να αλλάξει τον Καραγκιόζη: Ξυπόλητος, αιωνίως πεινασμένος και γλώσσα που «σπάει κόκαλα» αρχίζει να ταξιδεύει και εκτός Ελλάδας! Το 1953 περιοδεύει σε ΗΠΑ, Καναδά και Κούβα και τα επόμενα χρόνια θα ακολουθήσουν Κύπρος, Βέλγιο, Γαλλία, Ολλανδία, Αίγυπτος. Το 1962 βραβεύεται στη Ρώμη και κυκλοφορεί ηχογραφημένες παραστάσεις στην «Κολούμπια» με τεράστια επιτυχία έως σήμερα.

Ήδη από το 1950 ο Σπαθάρης έχει την πρώτη του επαφή με το… «ζωντανό» θέατρο, σκηνοθετώντας και σκηνογραφώντας τον «Μέγα Αλέξανδρο» με το Ελληνικό Χορόδραμα και πάλι τον «Μέγα Αλέξανδρο» το 1954 συνεργαζόμενος με την Σοφία Βέμπο. Το 1965 σκηνοθετεί στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το έργο «Το ταξίδι» του Γ. Θέμελη. Από την επόμενη χρονιά ο Καραγκιόζης «καταλαμβάνει» και τη «νεογέννητη» ελληνική τηλεόραση, μέχρι και το 1992. Το 1969 σκηνοθετεί τον «Καραγκιόζη δικτάτορα» και το 1971 ο Καραγκιόζης «κατακτά» το θέατρο «Πρινς οφ Γουέλς» του Λονδίνου. Την ίδια χρόνια κάνει θριαμβευτική περιοδεία σε 35 πόλεις της Δ. Γερμανίας, της Δανίας και της Ελβετίας. Το 1972 συνεργάζεται με τον Δ. Σαββόπουλο στο «Κύτταρο» και ακολουθεί το 1972 η συμμετοχή του στο «Το μεγάλο μας τσίρκο» του Ι. Καμπανέλλη.

Ακολουθούν νέα ταξίδια στο εξωτερικό. Εμφανίζεται σε παγκόσμια φεστιβάλ θεάτρου σκιών, ενώ στην Κοπεγχάγη οργανώνει και δύο σχολές για μικρούς και μεγάλους. Το 1980 ανεβάζει τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη που κυκλοφορούν και σε δίσκο. Με τον Αριστοφάνη θα «ξανασυναντηθεί» χρόνια αργότερα, το 2001, οπότε θα πρωταγωνιστήσει στον «Πλούτο» από το Θέατρο Τέχνης, στην Επίδαυρο.

Από το 1950 ο Καραγκιόζης… διά του Σπαθάρη, όχι μόνο δε θα φοβηθεί τον κινηματογράφο, αλλά θα κάνει και το ντεμπούτο του στο «Πικρό Ψωμί» του Γ. Γρηγορίου. Ακολουθούν: «Ο εξυπνότερος άνθρωπος του κόσμου» (1950), «Κιβωτός» μαζί με την Μελίνα Μερκούρη και τον Μίνω Αργυράκη (1956), «Μέγας Αλέξανδρος» του Γ. Ζερβουλάκου (1960), κλασσικές κωμωδίες του Καραγκιόζη (1962), «Λυσιστράτη» του Γ. Ζερβουλάκου (1974), «Τεριρέμ» του Α. Δοξιάδη (1992) κ.ά.

Ο Σπαθάρης όμως δεν ήταν «μόνο» ένας από τους σημαντικότερους διαμορφωτές του Καραγκιόζη όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, αλλά και ένας αγνός λαϊκός ζωγράφος. Εκτός από κατασκευαστής φιγούρων του θεάτρου σκιών -που από μόνο του αποτελεί ξεχωριστή μορφή λαϊκής τέχνης- μετέφερε στον καμβά εικόνες της καθημερινότητας, της ιστορίας και της μυθολογίας, εικονογράφησε βιβλία και «μέτρησε» δεκάδες ατομικές και ομαδικές εκθέσεις.

Πολυβραβευμένος, αγαπημένος του λαού του, πολυταξιδεμένος, ο Σπαθάρης φύλαξε μέχρι τέλους την αγνότητα του Καραγκιόζη και του Θεάτρου Σκιών. «Χωρίς να χαλάσει η μορφή του, χωρίς να πάψει να είναι λαϊκό θέατρο, με ενδιέφερε να τον πάω ψηλά» έλεγε στο «Ρ». «Προσπάθησα να τον αναπτύξω με διάφορα μέσα που μου δόθηκαν και που δεν αρνήθηκα». «Οι πνευματικοί άνθρωποι στήριξαν και πρέπει να στηρίζουν αυτό το θέαμα, γιατί είναι το πιο αγνό, όχι μόνο για τους μεγάλους, αλλά και για τα παιδιά. Δείτε τις ασχήμιες της τηλεόρασης και συγκρίνετέ τις με το χιούμορ, τον πατριωτισμό, την ιστορία, τη μυθολογία, την παράδοση που διδάσκει ο Καραγκιόζης»…

ΠΗΓΕΣ:
1. «Ρ» 12/1/1992 (Αριστούλα Ελληνούδη)
2. «Ρ» 16/5/1993 (Ηλιάνα Μόρτογλου)

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Δανεισμένα, Παράδοση, Πολιτισμός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s