“Η Μεγάλη Εβδομάς και το Πάσχα εν Λευκάδι” του Νικολάου Ι. Σταματέλου – Τρίτο Μέρος

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποικίλη Στοά“, Τόμος 5, Αρ. 1 (1885), απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Το είχε γράψει ο συντοπίτης μας Νικόλαος Ι. Σταματέλος και το είχε αφιερώσει στον Γεώργιο Βαλαβάνη.
Επειδή το άρθρο είναι μεγαλούτσικο το δημοσιεύσουμε σε τρία ξεχωριστά μέρη. Μπορείτε να διαβάσετε ακόμη: Το Πρώτο Μέρος και το Δεύτερο Μέρος.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ι. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Τρίτο Μέρος

Όσον και αν ήμεθα δύσπιστοι, όσον και αν το πνεύμα ημών υποχωρεί προ των ευγλώττων επιχειρημάτων σοφών υλιστών, όσον και αν απαισιοδοξώμεν προ των ιερών ιστορημάτων, εν τούτοις η καρδία μας συντρίβεται κατά την ημέραν ταύτην, καθ΄ην αγία συγκίνησις διήκει τα σπλάγχνα μας και το  χ ρ ι σ τ ό ς   α ν έ σ τ η  εμφυσά πνοήν τελειοτέρας εν τη ψυχή μας.

Και αισθάνονται τα χείλη μας γλυκύτερόν τι, ειλικρινέστερόν τι αναταλλάσσοντα το φίλημα της αγάπης.

Και ευφραίνεται πάσα κτίσις, και συγχορεύουσι τα ουράνια μετά των επιγείων, και ενθουσιάζει πας τουφεκισμός, και φοβερόν προβάλλει το στόμιον παν τρομπόνιον, και πηδά παν παιδίον με το κόκκινο αυγό εις τας χείρας, προσδοκούν κέρδη σημαντικά, αν το αυγό αυτού αναδειχθή νικητής κατά το τσούγκρισμα, και ανταλάσσονται προς δόξαν του χριστού τόσα ύποπτα φιλήματα, και ανασκιρτά παν θυλάκιον ρασοφόρου, προσισθανόμενον εσοδείαν, και οξύνεται η φωνή εκάστου μαγείρου, και καθαρίζονται τόσαι χορδαί, και καθηδύνουσι τα ώτα μας τόσα τύμπανα, και παρασκευάζονται τόσοι ευσεβείς δια τους ναούς και δια τους αμνούς, και πάσα κτίσις γεραίρει την Ανάστασιν του Κυρίου.

Νομίζει τις, ότι η ημέρα της Αναστάσεως είνε ημέρα Επαναστάσεως μάλλον, διότι δεν υπάρχει ζωστήρ μη υποκρύπτων πυρίτιδα και χειρ μη κρατούσα πυροβόλον.

Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας

Ο ναός του Αη-Μηνά στην πόλη της Λευκάδας

Όπου και αν τις στρέψη τα βλέμματα συναντά φοβερά στόμια ευρωτιώντων τρομπονίων ή ιστορικάς κουμπούρας, αίτινες, τις οίδε, τίνα ζώνην εστόλιζον άλλοτε.

Και δυστυχώς το βάρβαρον τούτο έθιμον, το τοσάκις πρόξενον καταστάν αλμυρών δακρύων, μετά της αυτής θρασύτητος κατ΄έτος επαναλαμβάνεται.

Καθ΄άπασαν σχεδόν την λοιπήν Ελλάδα τα αρνιά τα ψήνουν την Κυριακήν, εν τη πατρίδι μου όμως η θυσία αύτη τελείται την Δευτέραν, αφιεμένης της Κυριακής ελευθέρας προς κατανάλωσιν του  δ υ ν α μ ω τ ι κ ο ύ  πατσαλικίου.

Εν τούτοις, αν και την Κυριακήν διατηρώμεν τον στόμαχον ελαφρότερον, την κεφαλήν βαρύνομεν κατ΄αντίστροφον λόγον ευδοκία των ιερέων μας, οίτινες προνοητικοί ως καλοί νυκοκυραίοι επιμελούνται εις το να διασκεδάζωσι τους υπό την κηδεμονίαν αυτών αγίους, συνοδεύοντες αυτούς πομπωδώς μετά τουφεκισμών και τρομπονισμών από της Εκκλησίας μέχρι της πλατείας, προνομιακώ τω τρόπω, ως ήδη εξηγούμεθα.

Το απόγευμα της Κυριακής περιεπάτουν μεθ΄ενός λίαν προσφιλούς μοι προσώπου νεάζοντος κατά την ψυχήν ή το σώμα, αστείου αν θέλετε και Λασκαρίζοντος  ό σ ο ν   π έ ρ ν ε ι.

Η αγορά και η πλατεία κατάμεστος δια διαγκωνισμών μόλις επέτρεπεν ημίν να συμβαδίζωμεν. Ένθεν και ένθεν ευεργετικοί οι εξώσται και τα παράθυρα εστολίζοντο με τα ωραιώτερα άνθη και τας δριμυτέρας τσουκνίδας· ιδίως δε η πλατεία, εκτός τόσων άλλων, άτινα παρείχε προς καταρίθμησιν, αν ηρχόμεθα από της ιστορικής  σ κ ά λ α ς  μέχρι των πτερνών των αεικινήτων κλητήρων εδείκνυε δύο παμμεγέθη γελοιογραφικά πυροτεχνήματα, εντοπίου σκευασίας, παριστάνοντα τον Διοκλιτιανόν και Λυαίον.

–Ο Δήμος τα έκαμε αυτά; ηρώτησα τον φίλον μου.
— Όχι δα! μοι απήντησεν, ο δήμος έχει έξοδα τόρα, αυτά τάκαμ΄ο Αι-Δημήτρις.
— Ο Αι-Δημήτρις; ηθέλησα να τον ερωτήσω, αλλ΄αι φωναί και αι παρακλήσεις δεκάδος ποικίλης μορφής και ενδυμασίας ανθρώπων, περικυκλωσάντων τον φίλον μου, με διέκοψαν.
— Μα ναρθής ΄γλίγωρα, επανελάμβανε δεκάς στομάτων, γιατί επιάστηκαν η εκκλησιαίς κι΄όλα αυτά τα κάνει ο Αι-Αντώνις.

Βεβαίως φοβεράν περιέργειαν μοι διήγειρεν η προς τον φίλον μου διαιτητική αύτη πρόσκλησις και εις απορίαν με ενέβαλε μεγίστην η άδηλος αύτη γλώσσα, καθ΄ην αι εκκλησίαι  π ι ά ν ο ν τ α ι   ΄σ α ν   α ν ε ρ ά ϊ δ α ι ς  και ο  κ α θ η γ η τ ή ς   τ η ς   ε ρ ή μ ο υ  χαρακτηρίζεται ως δημεγέρτης…

— Μα τι είνε; τι τρέχει; και τη αληθεία την στιγμήν ταύτην έτρεχε  ΄σ τ α   τ έ σ σ ε ρ α  ο φίλος μου, ον ηναγκάσθην να ακολουθήσω.

Ούτω δε εν ριπή οφθαλμού αμφότεροι εφθάσαμεν προ του ναού της Ευαγγελιστρίας.

Ενταύθα ο αναγνώστης μου πρέπει να σταυρώση τας χείρας, ουχί εξ ευλαβείας, άπαγε! και να επιτείνη την σημασίαν εκάστης λέξεως, ίνα κατ΄ελάχιστον ενοήση τι συνέβαινεν.

Άμα ως επλησιάσαμεν και όλον εκείνο  τ ο   γ έ ν ο ς   τ ω ν   μ α ύ ρ ω ν  εφώρμησε καθ΄ημών μετά φωνών και χειρονομιών επιφόβων.

Τα ποικιλόχροα  φ ε λ ό ν ι α  των ανέμιζον εκ του οργασμού των και αι αεικίνητοι στιβαραί χείρες των, προτεινόμεναι φοβεραί δεξιόθεν και αριστερόθεν προώθουν τους συνωστιζόμενους ευλαβείς χριστιανούς.

— Σιορ Βασίλη — ούτως εκαλείτο ο φίλος μου — έλα αδελφέ να μας ξεδιαλύνης, εφώναξεν εις των πρεσβυτέρων.

Περίεργος εγώ ίνα μάθω τι συνέβαινε, και τούτο διότι εν Λευκάδι δικαίως εθεωρούμην ξένος μάλλον ως εκ της μακροχρονίου απουσίας μου, προσήλωσα τα βλέμματά μου επί του στόματος του σιορ Βασίλη, όπως ούτω ταχύτερον ενοήσω τα γινόμενα· αλλ΄αίφνης βαρεία χειρ, βεβαίως ρασοφορεμένη, με ηνάγκασε να στραφώ αριστερόθεν.

Τότε δε εκορυφώθη η περέργειά μου, ιδόντος πληθήν εικόνων διαφόρων αγίων επ΄ώμου ισαρίθμων φιλοθρήσκων πρέπει να είπω, λάβαρα γιγάντια υψούμενα μέσω του λαού, σημαίας, σταυρούς επί κοντών, απειραρίθμους κάννας τον ουρανόν απειλούσας και πάντα ταύτα αναμίξ δικαίως διήγειρον την ιδέαν σταυροφορίας εκ μηχανής παρασκευασθείσης.

— Τι είνε; τι τρέχει; έλεγον κατ΄εμαυτόν, διότι βεβαίως ουδείς επροθυμοποιείτο να μοι γνωρίση την τοσούτω άλλως τε συνήθη ταύτην σκηνήν εις τα όμματα των συμπολιτών μου.

Τη βοηθεία εν τούτοις ετέρων συνωστισμών και διαγκωνισμών ηδυνήθην πυγμαχών να ηρτηθώ εκ του βραχίονος του φίλου μου, ον μειδιώντα ήκουσα κελεύοντα τάδε.

«Πρώτη πρέπει να πάη η Βαγγελίστρια ΄σα Μητρόπολις.
«Δεύτερος, ο Αι-Αντώνις, επειδή και εχτίστηκε τελευταίος.
«Τρίτη η Αγία Παρασκευή.
» Τέταρτος, ο Αι-Δημήτρης…..

Ο ναός του Αη-Νικόλα στην πόλη της Λευκάδας

Ο ναός του Αη-Νικόλα στην πόλη της Λευκάδας

Και ο Θεός ελέησεν ώστε η ταξινόμησις αύτη να γίνη αποδεκτή υπό των πιστών κηδεμόνων των διεκδικούντων τα δίκαια τόσων αγίων. Ούτω δε έκαστος αυτών εν πομπή και παρατάξει, ηγουμένου του υπό την προστασίαν αυτού αγίου και πληθύος οπλοφόρων διηυθύνθη εις την πλατείαν, όπου εκάστη θεία ύπαρξις ώρισται να θαυματουργήση αναλόγως, εννοείται, των εις την πυρίτιδα δαπανηθέντων χρημάτων.

Εφέτος δε χάριν της εξαιρετικής φιλοτιμίας του Αγίου Αντωνίου, κατά πρώτον ήδη λαβόντος τοιούτον θάρρος, οι τρελλοί πύραυλοι και τα βαρέλια ως και αυτήν την λιθόστρωτον πλατείαν μας κατέκαυσαν, ίνα μη αριθμήσωμεν τοσαύτα θυσιασθέντα  π α ν τ α λ ό ν ι α  και τοσούτους αποτεφρωθέντας μύστακας.

Εγώ εν τούτοις, αν και τέλος ενόησα, ότι περί εκκλησιαστικής λιτανείας προέκειτο, απορών όμως δια την αυθεντίαν εκείνην των λόγων του φίλου μου, ηναγκάσθην να τον ερωτήσω πόθεν την εξουσίαν ταύτην ηρύσατο εξ ου και έμαθον.

Πρώτον ότι ήτο αρχειοφύλαξ.
Είτα δε, ότι δι΄εγγράφου της 17 Απριλίου 1819, της Αγγλικής τοπικής διοικήσεως, κανονίζεται η τάξις, ην δέον να τηρώσιν αι εκκλησίαι κατά την λιτανείαν ταύτην της Κυριακής του Πάσχα.

Ούτω λοιπόν, γενόμενος κάτοχος και της ιστορικής ταύτης ειδήσεως, εκαληνύχτισα τον φίλον μου ευχαριστών αυτόν δια την τοσούτω διασκεδαστικήν συναναστροφήν του.

Η Δευτέρα του Πάσχα εν Λευκάδι είνε πράγματι η ημέρα του πάσχα και της ευθυμίας, διότι άπασα η χαρά και η ασχολία των κατοίκων περί τον ψηνόμενον αμνόν στρέφεται.

Η ημέρα αύτη παρέχει εις τε τους Λουκούλους και τους συμπαθείς Μαρίους πολλά θέλγητρα, ως εκ της κρατούσης συνηθείας τού να περιφέρονται οι νέοι και οι περίεργοι από γειτονίας εις γειτονίαν, περισυλλέγοντες, τη αφορμή αριθμήσεως των αμνών, τόσα ΄ντροπαλά βλέμματα  π ο υ   δ ε ν   τ α   ε ί δ ε   ο ύ τ΄  ο   ή λ ι ο ς   α κ ό μ α.

Ο καλοκαρδισμένος νοικοκύρης αφιεροί την πρωΐαν της ημέρας ταύτης εις την επιμέλειαν του αμνού υπό ζωηράς κατεχόμενος ευθυμίας· πάντες δε οι εν τω οίκω φαιδροί και γελαστικοί ανυπομόνως περιμένουσι τον κρότον της πιστόλας τον αγγέλοντα αυτοίς την όπτησιν του αρνίου.

Τότε δε ο πατήρ μετά των τέκνων αυτού  γ ι α   τ ο   κ α λ ό   τ ο υ   σ π ι τ ι ο ύ  μεταφέρουσι τον αμνόν παρά την τράπεζαν, ενώ η καλή νοικοκυρά οφείλει να περισυλλέξη τη στάχτη  γ ι α   τ η   γ ω ν ι ά   τ η ς,  καθαγιάζουσα οιονεί, τω τρόπω τούτω, την εστίαν του οίκου της.

Δια της ευωχίας δε της ημέρας ταύτης, δυνάμεθα να είπωμεν, επισφραγίζεται η θρησκευτική και γαστριμαργική αφοσίωσις του Χριστιανού της εποχής μας.

(1884) ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΙΩ. ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΣ

Σχολιάστε

Filed under Εκκλησιαστικά θέματα, Λαογραφία, Λευκάδα, Παράδοση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s