Κλέφτες και «ληστές» της Λευκάδας του 18ου και 19ου αιώνα μέσα από τη δημοτική ποίηση

Συλλογή
ανέκδοτων ασμάτων της Λευκάδος
υπό Ιωάννου Ν. Σταματέλου, Σχολάρχου
ΤΜΗΜΑ Α’ – Ηρωϊκά

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό του Ελληνικού Διδασκαλικού Συλλόγου «Πλάτων» (Σύγγραμμα περιοδικόν παιδαγωγικόν και φιλολογικόν εκδιδόμενον κατά μήνα), Τόμος Β’ – Τεύχος ΙΒ’, Οκτώβριος 1880, Εν Αθήναις εκ του τυπογραφείου Χ. Ν. Φιλαδελφέως, 1880, Σελ. 400 – 404.

Σημ. Διατηρήσαμε την ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου.

1. Ο Γίταυρος
Σημ. Ο κλέφτης ούτος ην Λευκάδιος, εκ της κώμης του Μαραντοχωρίου, ακμάσας περί τα τέλη του ΙΗ’ αιώνος. Διηγούνται περί αυτού όσα και οι αρχαίοι περί Μίλωνος του Κρωτονιάτου, τουτέστιν ότι είχεν ανάστημα γιγάντιον, και ρώμην εξαισίαν, δυνάμενος δια των δύο μικρών δακτύλων να σηκώση και βαστάση κρεμάμενα δύο κριάρια έως ου να τα εκδάρωσιν. Εις αυτόν φέρεται το εξής άσμα.

  Ήτανε κρίμα κη άδικο, μεγάλη αμαρτίjα,
  ‘που ‘σκότωσαν το Γίταυρο, και τάξο παλληκάρι.
  -Δε ς’ τώπ’ ο Πλάκας μια βολά, δε ς’ τώπε κη ο Ματσούκας,
  Στάθι μηΝ ‘πας αρματωλός με τον Κατσικοjάννη,
  jάτ’ ο χοντρός είν’ άπιστος, ρήχνει και σε σκοτόνει;
   
  Κάθεται κάννει μια γραφή του Ρίζου του Τριφιώτη.
  -Ρίζο μ’, έρχετ’ ο Γίταυρος με πέντε παλληκάρια,
  γυρεύει πέντε χαϊμαλιά, και τρεις σακκούλαις άσπρα,
  γυρεύει κη ασημόσπαθο το φλωροκαπνισμένο.
  Βαρείτε, και σκοτώστε τον……………………………….

2. Ο Αργύρις
Σημ. Ο Αργύρις εγεννήθη το 1799, εις την κώμην της Λευκάδος Καλαμίτσι, και μόλις έφηβος επεδόθη εις τον ληστρικόν βίον. Τότε ηράσθη Ελένης τινός, θυγατρός Μιχαήλ Περδικάρη εκ της αυτής κώμης. Οι γονείς της νεάνιδος απέρριψαν επιμόνως τας περί γάμου προτάσεις του Αργύρι, όστις δια τούτο απεφάσισε να τους εκδικηθή. Εκήρυξεν επομένως πόλεμον κατά της οικογενείας της Ελένης, κατέστρεψε πολλά των κτημάτων αυτής, επλήγωσε καιρίως ένα των συγγενών της, και επί τέλους κατώρθωσε να απαγάγη και την κόρην, ην και εκβιάσας απέπεμψεν, αφού δια του ξίφους κατέκοψε αυτής τας παρειάς, φρονών ότι ούτω ηκρωτηριασμένην ουδείς ήθελε ποτέ την ορεχθή. Μετά το κακούργημα τούτο εκηρύχθη εκτός της προστασίας των νόμων, και αδρά ωρίσθη αμοιβή επί τη κεφαλή αυτού· όθεν κατά την 22 Απριλίου 1827 εφονεύθη υπό των δύο συγγενών και φίλων αυτού Πατράλα και Νικολάου Κούρτη. (Ιδ. και Βαλ. Μν. σ. 190). Εις αυτόν φέρονται τα ακόλουθα τρία άσματα.

[Τ’ Αργύρη το κοντρί σύμφωνα με την παράδοση, στην κοίτη του χειμάρρου Δημοσάρι, κοντά στο Νυδρί]

kontri_tou_argyri1

  Τρίjα πουλάκια κάθονται ‘ς της Εγκλουβής τα μέρη,
  τώνα τηράει τη Βαφκερή, τάλλο το Καλαμίτσι,
  το τρίτο το καλήτερο μυρολογάει και λέγει,
  -Δε ‘ς τούπα ‘γω χρυσό πουλί, δε ‘ς τούπα ‘γω jη Ελένη,
  με Κούρτη φίλο μη Ν πιαστής, και μπέσα μη Ν του δώσης,
   
  jατ’ είν’ ο Κούρτης άπιστος, και θε να σε σκοτώση;
  -Νάθε το ‘ξέρ’ από βραδύς, νάθε το καταλάβω,
  να κάμω την Πατράλαινα να κλαίjη νύχτα ‘μέρα.

3. Ο Αργύρις

  Τρίjα πουλάκια κάθονται ‘ς της Εγκλουβής τα μέρη,
  τώνα τηράει τη Βαφκερή, τάλλο το Καλαμίτσι,
  το τρίτο το καλήτερο μυρολογάει και λέγει·
  -Ο μαύρος δεν το ‘πάντεχα, κη ο νους μου δεν το βάνει,
  να Ν πατήσουν το ψωμί jοι φίλοι μου Κουρτιάδες·
   
  Απόψε, τούτη τη βραδειά, ‘που ‘ς την Καρυά θα ‘πάγω,
  να χαιρετήσω φίλους μου, Χουλιάδες τσοι ‘δικούς μου,
  ‘ς το Καλαμίτσι να διαβώ, ‘ς την μάννα μου να ‘πάγω,
  να πάρ’ αποχαιρέτησι……………………………………….

4. Ο Αργύρις

  Ποιός έχει στόμα ναΝ το ‘πη, κη αχείλη να γελάση;
  ποιός θα ν’ ακούση τον καϋμό, και δε θ’ αναστενάξη;
  Τρίjα πουλάκια κάθονται ‘ψηλά τσ’ άγι-Αναργύρους,
  τώνα τηράει τη Βαφκερή, τάλλο το Καλαμίτσι,
  το τρίτο το καλήτερο μυρολογάει και λέγει·
   
  -Δε ‘ς τώπ’, Αργύρι, μια βολά, δε ‘ς τώπα τρεις και πέντε,
  ‘ς την Εγκλουβή να μη διαβής, και φίλους να μηΝ πιάσης;
  και φίλο Κούρτη μηΝ πιαστής, και μπέσα μηΝ του δώσης;
  jάτ’ είν’ ο Κούρτης άπιστος, Πατράλας ψωμοπάτης;
  Παρασκευή του τώλεγε, και το Σαββάτο ‘πήγε,
   
την Κεριακή το δειλινό τον έσμιξ’ ο Πατράλας.
  -‘Γειά σου, χαρά σ’, Αργύρι μου -Καλώς τον τόν Πατράλα.-
  -Πολύν καιρό ‘χω να σε ειδώ, και να σε κουβεντιάσω,
  νάρτης να ‘πάμε σπίτι μου, να φάμε και να πιούμε.
  Κ’ εκίνησαν, κ’ επάγαιναν ‘ς το σπίτι του Πατράλα,
   
  κ’ εκεί ‘που τρωγοπίνανε, κ’ έκανναν κη ομιλίjα,
  -Αργύρι, ‘πα να κλέψωμε ‘ς τη Βαφκερή δυό βόϊδια;
  -Μετά χαράς σου, φίλε μου, το κέφι σου να γένη.
  ‘Ξεκίνησαν κ’ επάγαιναν, ‘ς τη Βαφκερή να ‘πάνε,
  Πατράλας ‘πήγαινε ‘προστά, κη Αργύρις από ‘πίσω,
   
  κη ότι κοντά να σώσουνε, κοντά τσ’ αγι-Αναργύρους,
  τρεις τουφεκιαίς του ρήξανε, κη τρεις φαρμακωμέναις,
  η μια τον ‘πήρε ‘ξώδερμα, κ’ η jάλλη τον λαβόνει,
  κ’ η τρίτη jη ‘στερνότερη μέσα ‘ς τα φυλλοκάρδια.
  Ο στόμας jαίμα ‘γιόμωσε, τ’ αχείλη του φαρμάκι
   
  κ’ η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί ‘ σαν το χηλιδωνάκι.
  -Μ’ έφαγες, Κούρτη κερατά, Πατράλα ψωμοπάτη.

5. Ο Σπύρος Ντσάμης
Σημ. Άλλος ούτος Λευκάδιος ληστής, εκ της κώμης αγίου Πέτρου, ακμάσας περί το 1840. Εφονεύθη υπό τινος Σαβίνου και Κακαβούλη.

  Το Μάjι σφάζουν τα τραγιά, το θεριστή κριjάρια,
  και το δεκαπεντάγουστο σκοτόνουν παλληκάρια.
  Το Σπύρο Ντσάμ’ εσκότωσαν οι Μπακοουβριώταις,
  τρίjα καρτέρια τούχανε ‘ς τον πλάτανο, ‘ς την βρύσι,
  μιά μπαταριά του ‘δώκανε, τίποτα δεν του ‘κάμαν.
   
  Μαύρο λιθάρι Ν άρπαξε, κη απάνου τους χουμάjει,
  μιά κουμπουριά του ρήξανε, τον ‘γγίζουν ‘ς την καρδούλα,
  συρτή φωνή παρέσυρε Ν όσο κη αν εδυνότουν,
  -Που jείσαι, Μίτσο μ’ αδερφέ, ελάτε να με ‘πάρτε,
  τρεχάτε, και μ’ εσκότωσαν οι Μπακοουβριώταις.

6. Ο Χαλικιόπουλος
Σημ. Και ο ληστής ούτος ην Λευκάδιος εκ της κώμης αγίου Πέτρου, φονευθείς το 1870, υπό Παπαρούνη και άλλων.

  Τρεις περδικούλαις κάθονται ‘ς του Μπούλου το πρινάρι,
  η μια τηράει την Καλή πηγή, κ’ η jάλλη το ‘Πανωχώρι,
  η τρίτη jη καλήτερη μυρολογάει και λέγει·
  -Σήκο, ‘Βαγγέλι, μίσεψε, και θα να σε σκοτώσουν.
  -Πουλάκι μου, που τάκουσες, πουλάκι μου, ποιός σ’ τώπε;
   
  -Σ’ επρόδωσε μια λυγερή, σ’ επρόδωσε μιά κούρβα,
  πολλά σκιαγέτια σώκαμε ‘ς το Μάρκο Παπαρούνη.
  Τα παλληκάρια ‘σύναξε, ‘ς το ‘Πανωχώρι ‘πάει,
  κ’ εκείνος τσου ‘κατάλαβε κη απάνου τους χουμάει.
  Τρεις τουφεκιαίς του ‘δώσανε, κη τρεις αράδ’-αράδα,
   
  η μιά τον ‘παίρνει ‘ξώδερμα, κ’ η jάλλη ‘ς το ποδάρι,
  η τρίτη jη φαρμακερή μέσα ‘ς τα φυλλοκάρδια·
  συρτή φωνούλα Ν έσυρε Ν όσο κη αν εδυνόταν
  -Κλάψτε με, φίλοι, κλάψτε με, και συ γλυκειά μου μάννα,
  και συ δόλιε πατέρα μου να κάννης καραέτι.

7. Η στάσις των Λευκαδίων
Σημ. Το 1819 οι κάτοικοι της κώμης Καρυάς και Σφακιωτών, μετά τινων πλουσίων της πόλεως συνεννοηθέντες, ηγέρθησαν εις τα όπλα, εξορμήσαντες κατά της πόλεως ίνα καύσωσι τας οικίας των αρχόντων, διότι τους είχαν επιβαρύνει με δυνατούς φόρους. Ο αγγλικός στρατός εκίνησε κατά των στασιαστών, αλλ’ ηττήθη δεινώς, διότι ηγνόει τας τραχείας και δυσβάτους διόδους της εξοχής μας. Αρχηγοί των επαναστατησάντων ήσαν οι τρεις υπό του άσματος αναφερόμενοι χωρικοί, οίτινες μετά την παύσιν της στάσεως, λαβόντες μεθ’ εαυτών και άλλους Λευκαδίους, προσέφυγον εις την γειτνιάζουσαν Ακαρνανίαν· το 1821, δράξαντες τα όπλα, έδραμον εις τον υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα.

  Τρίja πουλάκια κάθονται ‘ς τη ράχι του Διοχάρι,
  τώνα jήταν ο Χαλικιάς, και τάλλο ο Ν ο Πανάδας,
  το τρίτο το καλήτερο Ν ο Νικολός Βελέντσας.
  ‘Παραπονούνταν κ’ έλεγαν, -Βάστα, χωριό και χώρα,
  -Τι να βαστάξω, βρες παιδιά, κη άχαρα παλληκάρια;
   
  δεν είν’ ενάς, δεν είναι δυό, είναι μεγάλ’ ασκέρι.
  Τρεις ‘μέραις κάνουν πόλεμο, δεν έχουν άλλα βόλια,
  διακόσιους εσκοτώσανε, κ’ εκάψανε και ‘σπίτια.

(ακολουθεί).

Σχολιάστε

Filed under Επιφανείς Λευκάδιοι, Ιστορία, Κοινωνικά θέματα, Λαϊκοί ποιητές, Παράδοση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s