Νίκος Καββαδίας – Ο καπετάνιος της καρδιάς τους

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (Φύλλο Κυριακής 22.03.2009)   via   (www.ithacos.gr).


Της ΠΑΡΗΣ ΣΠΙΝΟΥ (spinou@enet.gr)

Φίλοι και συνταξιδιώτες του Νίκου Καββαδία ξεδιπλώνουν τις αναμνήσεις τους

nikos_kavvadias_021 Οι συνάδελφοι ναυτικοί του Νίκου Καββαδία, στα μακρινά ταξίδια τους, ποτέ δεν τον αποκαλούσαν με το επίθετό του, ούτε του μιλούσαν στον πληθυντικό. Γι’ αυτούς ήταν ο «Κόλιας», ο «κουρλός ασυρματιστής», που διάβαζε, έγραφε και σκιτσάριζε συνεχώς, με το τιτίβισμα του ασύρματου, ακόμα και πάνω σε χαρτοπετσέτες, ακόμα και στη βάρδια.

Απέφευγε να φοράει την επίσημη στολή του εμπορικού ναυτικού, προτιμώντας να τρώει και να αστειεύεται με το προσωπικό. Κι όταν έπιαναν λιμάνι επισκεπτόταν απαρέγκλιτα τα μουσεία και τα πορνεία…

nikos_kavvadias Ο συγγραφέας Μήτσος Κασόλας επανέρχεται στον ποιητή του «Μαραμπού», καταγράφοντας τις αναμνήσεις πολλών, απόμαχων σήμερα ναυτικών, που ταξίδευαν μαζί του, στο βιβλίο «Νίκος Καββαδίας. Ο δαίμονας χόρευε μέσα του» (εκδόσεις Καστανιώτη), που από αύριο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. Μέσα από άγνωστα περιστατικά, που προδημοσιεύουμε σήμερα, και από τη συναναστροφή του με απλούς ταξιδιώτες αλλά και με προσωπικότητες όπως ο Γιώργος Σεφέρης, αναδεικνύεται η

προσωπικότητα και το ήθος του ποιητή, που ζούσε απλά και γενναιόδωρα.

Οι δυο αγάπες

* Ο Λουκάς Νιφοράτος θυμάται πως όταν ήταν υποπλοίαρχος στο «Απολλωνία» και ταξίδευαν προς τη Χάιφα, το πλοίο γέμιζε από νεαρές Ισραηλινές, που πήγαιναν να δουλέψουν στα κιμπούτς: «Κάποιες από αυτές τις κοπέλες δεν είχαν να πληρώσουν τα τηλεγραφήματα που ήθελαν να στείλουν στους δικούς τους. «Πόσο κάνει το τηλεγράφημα;» ρωτούσαν τον Καββαδία. «Τόσο», ο Καββαδίας. «Αχ, δεν έχω», η κοπέλα. «Περίμενε», ο Καββαδίας. Κι έβγαζε το «τόσο» απ’ την τσέπη του και το έδινε στην κοπέλα. «Τώρα έχεις να με πληρώσεις, πλήρωσέ με»».

* «Οταν είχε χρήματα (συνήθως τις πρώτες δεκαπέντε μέρες του μήνα), ήταν γι’ αυτόν μεγάλη χαρά να μας καλεί σ’ ένα καλό εστιατόριο για να φάμε κάτι εξαιρετικό και να πιούμε κάποιο εκλεκτό κρασί, γαλλικό ή ιταλικό, κυρίως Μποζολέ», επισημαίνει ο απόμαχος πλοίαρχος Γιώργος Γερίμογλου.

«Πολλές φορές εγώ και ο καπτάν Βανδώρος δεν βγαίναμε μαζί του, γιατί είχε το βίτσιο να πληρώνει αυτός: «ρε παιδιά, εγώ δεν ευχαριστιέμαι το φαΐ και τη γυναίκα όταν δεν τα πληρώνω, κάντε μου τη χάρη…»».

* Η γυναίκα και η θάλασσα ήταν οι δυο μεγάλες αγάπες του ποιητή και το αποδείκνυε έμπρακτα κάνοντας τατουάζ στο σώμα του με γοργόνες, δράκαινες, άγκυρες και μια καρδιά. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή που έστειλε στον συντοπίτη του κεφαλλονίτη καπετάνιο Σπύρο Βανδώρο, στις 20 Δεκεμβρίου 1965:

«Εντύπωση σου ‘κανε γιατί στην Κεφαλλονιά ούτε έτρωγα πολύ ούτε πιοτό. Απλώς τα κοινωνούσα. Μάλλον μύριζα τα πάντα. Καθώς συνηθίζω με τις γυναίκες, όχι όλες τις γυναίκες. Τη στιγμή που είναι πρόθυμες να βγάλουν το βρακί τους, έχω την επιθυμία να τις αφήσω και να πάω με κείνες που έχουνε πάντα το βρακί τους στην τσέπη τους ή κάπου ξεχάσει».

* Ο Γιώργος Πέτσας, που γνώριζε τον Καββαδία από το 1962, όταν ήταν ύπαρχος, υπογραμμίζει ότι ο ποιητής εκτιμούσε και σεβόταν τις πόρνες για την «ιερή προσφορά» τους. Μάλιστα, στη Μασσαλία συναντούσε ανελλιπώς τη Φιφή, μια ελληνίδα «μαντάμ» που διατηρούσε μπαρ. Η ίδια «ζητούσε απ’ τον Καββαδία να πιέσει και να πείσει τον φίλο του το δήμαρχο της Μασσαλίας να της φτιάξει μια προτομή και να τη στήσει στην πλατεία της Μασσαλίας ως αναγνώριση της κοινωνικής της προσφοράς προς την πόλη του…».

* Με το λόγο του ο ποιητής γοήτευε πολλές γυναίκες που ταξίδευαν με το πλοίο του. Οπως τη νεαρή Γαλλίδα που ήθελε να συναντήσει τον «monsieur operative Nikola Kavvadia» για να του δώσει ένα μπουκάλι κονιάκ Ναπολεόν, δώρο από τον ελληνιστή καθηγητή της.

* Ο Γ. Γερίμογλου αφηγείται: «Ο Κόλιας ξενύχτησε με τη Γαλλίδα κι εγώ, περίεργος να μάθω, τον ρωτάω το πρωί: «Τι έγινε Κόλια; Την πήδηξες;». «Τι να σου πω, καπτάν Γιώργη, μιλήσαμε όλη τη νύχτα τόσο πολύ για ποίηση, για λογοτεχνία, για την τέχνη και για την ύπαρξή μας στον κόσμο, και για αστρονομία ακόμα, που στο τέλος δεν μου πήγαινε να τη γαμήσω. Ισως να τα χάλαγα όλα»».

* Συχνά στο «Απολλωνία» επιβιβαζόταν και ο Γιώργος Σεφέρης και κουβέντιαζε με τις ώρες με τον ομότεχνό του. Ο Γ. Πέτσας περιγράφει ένα περιστατικό όπου ο νομπελίστας ήθελε να φάει σκορδαλιά, όμως η γυναίκα του Μαρώ τού το απαγόρευε. «Πήγαινε στην καμπίνα σου, φόρα κι εσύ τις πιτζάμες, ξάπλωσε και κάνε πως κοιμάσαι. Κι όταν κοιμηθεί η Μαρώ, έλα ξανά στην τραπεζαρία», τον συμβούλεψε ο Καββαδίας. Ετσι κι έγινε και ο Σεφέρης γεύτηκε τόση σκορδαλιά που η γυναίκα του ξύπνησε από τη βαριά μυρωδιά. Πολύ συχνά όταν το πλοίο έπιανε Βηρυττό, ο Σεφέρης που ήταν πρεσβευτής εκεί, έστελνε στο λιμάνι το διπλωματικό του αυτοκίνητο για να παραλάβει τον φίλο του. Μέχρι τη μέρα που έμαθε πως ο Καββαδίας είπε στον οδηγό να κάνει στάση σε ένα πορνείο.

«Καλύτερα μαρκόνης»

* Φίλος του ήταν και ο ζωγράφος Θανάσης Τσίγκος. Κάποτε η σύζυγός του του χάρισε έναν πίνακά του και ο ποιητής προβληματιζόταν πώς θα τον περάσει από το τελωνείο. «Ο τελώνης ούτε σκάμπαζε από ζωγραφική ούτε ήξερε ποιος ήταν ο Τσίγκος», συνεχίζει ο Γ. Πέτσας. «»Παρ’ τον από δω, δεν έχει καμιά αξία αυτή η σαχλαμάρα». Ο Κόλιας στενοχωρήθηκε. «Αυτός δεν έχει αξία; Ο Τσίγκος δεν έχει αξία;»»

* Με το ίδιο καράβι είχε ταξιδέψει και ο Παναγής Τσαλδάρης. Σύμφωνα με τον αρχιμηχανικό Νίκο Αποστολάτο, ο Τσαλδάρης απευθύνθηκε στον ποιητή λέγοντάς του: «»Ξέρεις, ρε γάιδαρε, πως εγώ έχω σώσει τρεις φορές την Ελλάδα;». Και ο Κόλιας: «Οσο εγώ είμαι γάιδαρος, άλλο τόσο έσωσες κι εσύ την Ελλάδα»».

* Η μαρτυρία του Χριστόφορου Παπανικολάτου, συνταξιούχου αρχιθαλαμηπόλου, ρίχνει φως στη στάση του Καββαδία στη δικτατορία, καθώς τονίζει ότι είχαν φυγαδεύσει πολλούς στο εξωτερικό, με το «Απολλωνία»: «Έρχονταν στο καράβι μεταμφιεσμένοι. Και μου ‘λεγε ο Καββαδίας: Φαρσινέ, έχουμε να παραλάβουμε ένα «πρόσωπο», έναν «επισκέπτη» απόψε και κλείστον στα «κάτεργα» (στα αμπάρια). Και όταν το πλοίο αναχωρούσε και ερχόταν πάλι η νύχτα και οι μυστικοί ασφαλίτες του καραβιού πήγαιναν για ύπνο, τους ανέβαζα σε μια καμπίνα, σε σημείο απόμερο, κι έλεγα στο θαλαμηπόλο: «Είναι κάποιος άρρωστος μέσα σ’ αυτή την καμπίνα, να μην μπαίνει κανείς», και μετά στη Γένοβα ή στη Μασσαλία κατέβαιναν κι έφευγαν…».

* «Καλύτερα που είμαι μαρκόνης παρά καπετάνιος», έλεγε συχνά ο ποιητής του «Πούσι». Κι όμως, αρχικά πήγαινε για καπετάνιος, δίνοντας εξετάσεις το 1937.

«Στην έδρα της σχολής οι εξεταστές φώναξαν και το δικό του όνομα. «Παρών», λέει ο Καββαδίας. Ενας από τους αξιωματούχους: «Το ναύαρχο Καββαδία του Βασιλικού Ναυτικού τι τον έχεις;». «Χεσμένο», του απαντάει ο Κόλιας και τον πέταξαν έξω…», αφηγείται ο απόμαχος καπετάνιος Δημήτρης Κρανιώτης.

* «Τα καράβια, όταν γεράσουν, τα σκοτώνουν. Τα κάνουν παλιοσίδερα. Μα το δικό του καράβι, της ποίησής του το καράβι, δεν μπορεί κανείς να το σκοτώσει. Πλέει μέσα στο χρόνο, διαπερνώντας τον, για την αγωγή του νου και την ψυχαγωγία μας», τονίζει ο Μήτσος Κασόλας. Στο παράθεμα της έκδοσης καταγράφει και τη δικαστική διαμάχη ανάμεσα στον ίδιο και στους Έλγκα Καββαδία και Σταύρο Πετσόπουλο, για το προηγούμενο βιβλίο του «Νίκος Καββαδίας. Γυναίκα-Θάλασσα-Ζωή, αφηγήσεις στο μαγνητόφωνο». *

7 – 22/03/2009


O Mήτσος Kασόλας γεννήθηκε το 1936. Σπούδασε κινηματογράφο και θέατρο. Eργάστηκε ως φωτογράφος και οπερατέρ (1961-1967) στο Kινηματογραφικό Tμήμα του Yπουργείου Παιδείας, απ’ όπου και τον έδιωξε η Xούντα. Για τρία χρόνια στη Φίνος Φιλμ ήταν βοηθός σκηνοθέτη σε ταινίες του Nτίνου Δημόπουλου. Aσχολείται με τη συγγραφή βιβλίων και σεναρίων, ενώ υπήρξε μέλος γνωμοδοτικών επιτροπών σεναρίων στο Eλληνικό Kέντρο Kινηματογράφου. mitsos_kasolas

Παράλληλα άσκησε και το επάγγελμα του δημοσιογράφου -ως μέλος της EΣHEA- από το 1972 έως το 1992, σε πολλές εφημερίδες του κέντρου και της περιφέρειας: Tα Nέα, Aυγή, Oικονομική Πορεία κ.ά.

Aπό το 1964 μέχρι τώρα έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές, ένα χρονικό, ένα δοκίμιο και μια συλλογή μαρτυριών για τον Νίκο Καββαδία και εννιά μυθιστορήματα. Tο 1974 πήρε το A΄ Kρατικό Bραβείο για το χρονικό του «H άλλη Aμερική» και το 1982 τιμήθηκε με το A΄ Kρατικό Bραβείο για το μυθιστόρημά του «O Πρίγκιπας», που προβλήθηκε ως τηλεοπτική σειρά είκοσι έξι επεισοδίων στην ET-1, σε σκηνοθεσία του Tάσου Ψαρρά. Το μυθιστόρημά του «Αγγελίνα» μεταφέρθηκε ως σειρά στη ΝΕΤ, επίσης από τον Τάσο Ψαρρά, με τον τίτλο «Ο θησαυρός της Αγγελίνας». Ποιήματά του έχουν μελοποιηθεί από τον Γιάννη Mαρκόπουλο και έχουν ενσωματωθεί στην ταινία του Zυλ Nτασέν Δοκιμή. Aποσπάσματα του βιβλίου του «H άλλη Aμερική» περιέχονται σε βιβλία της Mέσης Eκπαίδευσης. Mια σειρά από τα έργα του διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Xάρβαρντ (Tμήμα Ξένων Γλωσσών). Eπιλογή από το ποιητικό του έργο μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Aμερική με τον τίτλο «Harvest» το 1971 (Πηγή: Εκδόσεις Καστανιώτη).


Πηγή:
Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» (Φύλλο Κυριακής 22.03.2009)

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under Βιβλία, Δανεισμένα, Επτάνησα

3 responses to “Νίκος Καββαδίας – Ο καπετάνιος της καρδιάς τους

  1. spiros_d

    Ευτυχώς είχα την ευκαιρία, για 12 χρόνια της ζωής μου, να ασκήσω το επάγγελμα του ναυτικού και να ζήσω το μεγαλείο του επαγγέλματος που τόσα πολλά έχει δώσει στην ελληνική κοινωνία.
    Πόσο μάλλον χαίρομαι που υπήρξαν άνθρωποι σαν τον Καββαδία, που η απλότητα της καθημερινότητάς του, έκανε την δουλειά του ‘μαρκόνη’ και ναυτικού γνωστή και σε αυτούς που νόμιζαν ότι είμασταν «κακοποιά» στοιχεία (Τσιφόρος).

  2. Γιώργος Ν. Μανέτας

    Αγαπητέ Μήτσο δεν ξέρω αν το έλαβες. Συγχαρητήρια για την κριτική οξυδέρκεια πάνω στην ποίηση του Κόλια…

    Βιογραφικό Σημείωμα

    Ο Γιώργος Ν. Μανέτας, είναι ναυτικός. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961
    στην Αθήνα, από Κερκυραίους γονείς. Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά
    και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία. Με τη σύζυγό του Lizete, έζησε για λίγο στο Rio de Janeiro
    της Βραζιλίας και κατόπιν επαναπατρίστηκε. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί και ανθολογηθεί
    στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν παρουσιάσει έργα του φορείς δήμων και κοινοτήτων.
    Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Εταιρίας Λόγου και Τέχνης,
    της Επιτροπής Κρίσης Νέων Μελών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Επιτροπής για την
    Ανθρωπιστική Βοήθεια του Δήμου Γαλατσίου, και Ιδρυτικό Μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου
    των Επτανησίων του ίδιου Δήμου.

    Έχει εκδώσει τα βιβλία:

    ΘΑΛΑΣΣΑ, ποιήματα (1997)
    ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ, ποιήματα (1998)
    ΟΞΥΤΕΡΑ ΕΓΓΥΤΑΤΗ, ποιήματα (1999) –
    Βραβείο ‘Μάρκου Αυγέρη’ της Ετ. Ελλ. Λογοτεχνών.
    ΝΑΥΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙ, ποιήματα (2001)
    CD Ανθολογία Ποιημάτων (2004)

    Θυμάμαι

    Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να ’μαι,
    θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
    Θέλω του φάρου, τ ’ άγιο φως που περιστρέφει,
    να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.

    Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
    και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
    Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
    νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.

    Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
    Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τ’ άστρα.
    Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
    τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τ’ ανέμου.

    Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
    παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
    Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο,
    και φέρουν στοχασμό, σ’ ενθύμιο στίχο.

    Πορεύομαι,

    γλάρους ακίνητους, καθώς
    τη σύναξη θωρούν, της αθερίνης.
    Την Αίθρα ή την Γαλάτεια
    σε πύρινες ανάμεσα ηλιαχτίδες.

    Την ακύμαντη εμπρός μου Γαλάζια,
    την έμβρυα βαθυκύανη άρμη.
    Ξυλάρμενα και χάλκινα στον όγκο των αφρών
    που σέρνουνε πεισματικοί βοριάδες λαμνοκόποι.

    Της βροχής την αντίλαλη πτώση,
    τους δαίμονες αφρούς δίχως απόχρωση.
    Όσες αγάπησα στο θάμπος του πυρός
    μάγισσες κοσμομάντισσες σε ράχες πολυκύμαντες.

    Την ξέθωρη γραμμή του ορίζοντα,
    τους θύσανους διάφεγγους Διόσκουρους.
    Σκιές στο διάμηκες, στο κιάλι της μπαλέστρας.

    Εσπεράνσα

    Τη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
    κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
    όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
    και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.

    Είχε μι’ αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
    κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
    το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
    και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.

    Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
    και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
    Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
    Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.

    Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
    με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
    Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
    που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό…

    Προσήνεμος

    – Για σένα, ξάγναντα μια θάλασσα θωρώ
    κι ό,τι ωφελεί τη μνήμη μου, σου γράφω.
    Το κάθε σύθαμπο χαρώ
    και σε καμβά το ράφω.

    – Θυμούμαι, τότε που έφευγες ταξίδι σοροκάδα
    κι ήρθα μικρό και κάθισα, στην πρύμνη χελιδόνι.
    Λεπτουργικά, μαστόρευες μιαν άγνωστη Κυκλάδα,
    στου ξύλου το τιμόνι.

    – Θυμούμαι, απ’ όταν έφυγα με τη βοή του ανέμου,
    τις βορινές τις θάλασσες τα πλάσματα σκοτάδια.
    Τον αφρισμένο σάλαγο που σπούσε απάνωθέ μου,
    θυμούμαι όλα τα βράδια.

    Κάθε γραμμή του ορίζοντα τα δίπλατα λιμάνια,
    της Κύπρου τα λιθόστρωτα την Δαμασκό στο βάθος.
    Την Εσπεράνσα, που έφερνε στο Μπέλεμ τα βοτάνια,
    και παρασέρνω λάθος.

    Τον μελωδό, που κούρσεψε στο Βίδο απ’ τη Σπιανάδα,
    έναν μικρόν ανάγλυφο σε στύλο Ποσειδώνα.
    Και κάποια νύχτα, σε όνειρο, πως ήρθα στην Ελλάδα
    για σε, ξωθιά γοργόνα.

    Ομίχλη

    Εδώ, για γούστο προσκυνούν πίστης βαθύ γαλάζιο
    και προσδοκούν μιας άγνωστης παντιέρας χρώμα!
    Εδώ, μεσίστια κρέμομαι κι αλλάζω
    στάση το σώμα.

    Σινιάλο στείλε μου βροχή, δώσ’ μου μήνα το Μάρτη
    και φέρε μου μια θάλασσα κι ανάμεσα στα φύκια
    βυθό, χιαστή και κρύβεσαι δεμένη στο κατάρτι,
    αλήθεια:

    πώς αναδύεσαι άλαλη ζωσμένη την ομίχλη;
    – Σκιά στο σύννεφο η νυχτιά νύφη στα βράχια η χάση!
    – Όπου φεγγάρι αγάπησες απάστραψε η σελήνη
    με βιάση!

    – Πού ταξιδεύεις θάνατο σωρό πάνω στο κύμα;
    – Γονυπετής σε δούλο μου κι οι μάγισσες γοργόνες
    θρέφουν φτερά στης πλάτης μου το σχήμα,
    για αιώνες.

    – Πρόβαλε σήμαντρο ρυθμό στερνά με τη σφυρίχτρα
    κι ό,τι διασχίσει ανάμεσα των λιμανιών, δεμένα
    μπρος να τα γείρει, αφύλαχτα, τη νύχτα
    μιας άγκυρας καδένα!

    Γραίγος

    – Έλα στην πλώρη να με βρεις
    με το φανάρι της θυέλλης.
    Από το γκρίζο της νεφέλης
    μοιάζεις το φως της λυκαυγής.

    Ανέβα πάνω στην ανέμη! – Δες, γυρίζει;
    Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
    Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
    βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.

    Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
    και προφυλάξου, απ’ τον καιρό που σε χτυπά.
    Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
    σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.

    Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα,
    ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
    Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
    στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.

    – Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
    Στέκω της γέφυρας σκοπός!
    – Σε βγάζω μέσ’ απ’ το σκοτάδι,
    στο νοερό διάχυτο φως!

    Άλμπα

    – Δροσοσταλάζει ο άνεμος, και στης αυγής τ’ αγιάζι
    θάλλουν της θάλασσας μικρά, παράξενα λουλούδια…
    – Άκου τον γλάρο, ποιητή, και πες μου, γιατί κράζει
    με τούτα τ’ ακατάληπτα του μισεμού τραγούδια;

    – Πούθε ανεμίζει ο γλάρος σου, με γελαστή την όψη
    και σκώπτης μοιάζει, καθώς λες, τραγούδια που πειράζουν;
    – Στο ανάγερμα, κάθε φορά στου μαχαιριού την κόψη
    μοιάζουν οι τύψεις, θα ’λεγα, σαν γλάροι που μου κράζουν.

    – Θες να του ρίξω να πληγεί, να πέσει να χτυπήσει,
    ν’ αφροκοπά στα κύματα μήπως σ’ αναγαλλιάσει;
    – Πλερέζα στ’ άρμπουρο φορώ κι έχω καιρό κινήσει
    μια βυθοκόρο, ψάχνοντας βυθό, να μ’ αγκαλιάσει!

    – Τον πορτολάνο κράτησε γερά, στα δυο σου χέρια
    και δώσε του μια μολυβιά, μετά, κι όπου σ’ αρέσει…
    – Στον αστρολάβο ρύθμισα του ορίζοντα τ’ αστέρια
    κι αυτά που ’δαν τα μάτια μου… Θεός να συγχωρέσει…

    Θάλασσα

    Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
    – να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
    να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι,
    και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.

    – Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου
    και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
    Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
    ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.

    – Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
    φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
    Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
    κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.

    – Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
    κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
    – Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
    και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.

    – Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
    Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
    – Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
    θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.

    – Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
    Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
    – Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
    άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.

    Αστρολάβος

    Στον Νίκο Καββαδία

    – Το ιστορικό σου, το ’γραψες με το φελί του βράχου
    και χάραξες με μι’ άγκυρα, βυθούς του ωκεανού.
    Είχαν πληγές τα μέλη σου, πληγές λοξές του αμάχου,
    που ’χει γνωρίσει θάλασσες κάτωθε τ’ ουρανού.

    – Το σκουλαρίκι χρύσωσα, μέλημα της θαφής μου.
    Της εκκλησιάς τα σύμβολα κρέμασα στο λαιμό.
    Στο ξέθωρο, κάπως λευκό της ναυτικής στολής μου,
    φέρω ναυάγια, κι εύχροο πανσπερμικό βυθό.

    – Είσαι το σφύριγμα χορδής, στον μυθικό αέρα!
    Ο γητευτής της θάλασσας βαθιά στις αποικίες.
    Είσαι μια γέννηση διαρκής, στον ύφαλο και πέρα
    ένας βυθός αντίθετος στις τυμπανοκρουσίες.

    -Στοίχειωσα κάτου απ’ τ’ αστρικά, στο φως του σημαντήρα,
    κι ως στιχουργός της θάλασσας αχός, μνήμες θα ραίνω.
    Μακρόσυρτα λυπητερός ζυγώνω απ’ την πορφύρα
    και γλάρος μεσ’ ακούγομαι, στα βάθη της να κρένω!…

    – Στη γλωσσική σου έκφραση, μεθώ πολλά, και λάβω
    το πρώτο της εικόνας σου, της ναυτικής σου γνώσης!
    Έχω καιρό στα χέρια μου έναν μικρό αστρολάβο
    και ψάχνω τον αστέρα σου, με φόβο, πριν της πτώσης…

    Εξάντας

    Κακότροπος, έχω καιρό σε απάνεμο ποδίσει
    και τη παντιέρα σήκωσα, μεσίστια στο κατάρτι.
    Μ’ έχουν ξεχάσει ολότελα, και ποιος να με ζητήσει
    όταν, κι αυτοί που γνώριζα, με σβήσανε απ’ το χάρτη;

    – Τι προδικάζεις; Στρέψετα πυξάρι τα κουπιά σου
    και βέργισε τη θάλασσα, διαπόρι ν’ ανταμώσεις!
    Κι αν οι καιροί, τα πάλλευκα γυμνώσουνε πανιά σου,
    από το κάσαρο, ίσαμε την πλώρη, να τ’ απλώσεις!

    – Θέλω πιαστώ απ’ τα χάλκινα, του τρίποδου πισσέψη,
    να βαφτιστώ και μέσα του, σκουριά να γίνω, θέλω!
    – Το ανεμολόγι αγάπησες, και ποιος να σε πιστέψει
    όταν τα γράμματα, καιρό, μου φτάνουν σε μπορντέλο;

    – Το σκέφτομαι, μήνες πολλούς, προσάρτηση να γίνω
    και δίπλα σας θε να βρεθώ με μια περπατησιά μου!
    Μ’ ανάθεμα τη θάλασσα, κι αν το νερό της πίνω,
    αίμα θα γίνει θάλασσα, να σπάσει την καρδιά μου.

    – Αγάπα θάλασσες λοιπόν, παντρέψου τη Στριδώνα,
    πιάσε βυθούς και, πρώτιστα, δούλεψε με τη στύση…
    Διώξε λεχώνα την ξανθιά τη φίλη σου γοργόνα
    και στείλε την στη μάνα σου, να την παρηγορήσει.

    – Το καλντερίμι διάβαινα, το πέτρινο δρομάκι,
    κι ανασκιρτούσα μέσα μου καθώς για να σε δω!…
    ( Ανασκευάζω σήμερα σα να ’μουνα παιδάκι,
    όμως, ήμουν ανέργαστος, μικρός να συντηρώ! )

    – Μόλησα την καλούμα σου, εδώ, απ’ τ’ ανηφόρι
    και να σ’ αδράξω θέλησα, παιδί που λαχταρώ.
    Τη ρεντιγκότα φόρεσε, τ’ όμορφο πανωφόρι,
    κι αν σε κρατούν τα κύματα, κάτσε, όσο καιρό…

    Ναύδετο

    – Καθώς θα λύνω, κάθε κόμπο του σταυρού,
    σ’ ένα ποδόστημα θα γράψω σερενάδα
    να σ’ τη σκορπίσω στον αγέρα, με λιακάδα…
    – Ψέματα λες, στην άκρη του γιαλού

    μαΐστρος φύσηξε, και σ’ άκουσα να λες:
    « Ένα κοχύλι θα κρεμάσω στο λαιμό σου…»
    Όμως, το ξέρω, είναι η θάλασσα καημός σου
    κι εσύ βιγλάτορας  στα τείχη του βυθού

    ήχο λεπτό, σου μινυρίζει ένα τραγούδι
    ο παντοδότης Ποσειδώνας φύλακάς σου.
    Βρήκε λιμάνι επά στο μέρος της καρδιάς σου…
    – Έλα, της θάλασσας ανέγγιχτο λουλούδι,

    πάνω στο κύμα, μ’ ένα σέπαλο ας με φτάσεις
    μεθυστικό, να με δροσίσει τ’ άρωμά σου!
    Νύχτα, στο γραίγο έχω βαφτίσει τ’ όνομά σου
    « Όρκη… Σε ναύδετο προσμένω να περάσεις…

    Θαλασσοκόρη

    – Φέρνω νυχτέρι από παλιό Σαντορινιό
    και μια μποτίλια, μαυροδάφνη από την Κρήτη.
    Μέσα σε πήλινο, αρχέγονο απ’ τη Χιό,
    που ’χε μεθύσει ο Ποσειδών την Αμφιτρίτη.

    – Έλα!… Θα σου ’χω ένα τραπέζι προσφορές
    κι από φουντάδο, ασημόφτιαχτο δικέλλι.
    Το δισκοπότηρο μυθώδη απ’ τις Αιγές,
    που το ’χε τάξει ο Μακεδόνας στη Νεφέλη.

    Την υπνοφόρο μαυροδάφνη σου θ’ ανοίξω
    που την ανάσα, ξαναδίνει του πνιγμένου.
    Και πλάι στο θρόνο του θανάτου θα τη ρίξω,
    τις Ερινύες να μεθώ του αδικημένου.

    Και την αυγή, με τις καλόμορφες Νηρηίδες,
    θα ταξιδέψουμε μαζί για την Αθήνα.
    Καθώς θα φτάνουμε ανοιχτά στις Σκειρωνίδες,
    απ’ τα βαθιά θα ξαναδείς την Ελευσίνα.

    – Μήνες φορτώνω απ’ τον Ευφράτη κεχριμπάρι.
    Τους πειρατές χτυπώ να φτάσω στη Μελίτη.
    Για το Σιπάρ, μάλαμα φέρνω σε πιθάρι,
    από ρεσάλτο στη Φοινίκη.

    Θα γίνω κάτοικος και σχήμα αυτής της άμμου.
    Σημίτης σκλάβος στην κοιλάδα της Νιπούρ,
    για να ’βρω διάδημα σμαράγδι της Περγάμου
    να σ’ το φορέσω στην αρχαία στοά της Ουρ.

    Σμίλη προβάρω να χαράξω τον γρανίτη.
    Βραχογραφώ την Αμορίτικη μορφή σου.
    Και μια βραδιά στο καπηλειό του Ελαμίτη,
    μεθώ για πάντα με το νέκταρ της ψυχής σου.

    Σθενώ

    «Κυκλόφερνε η Σθενώ μέσα στη νύχτα
    φιδογλιστρώντας στα νερά της καταιγίδας.
    Την ξέκρινα στη λάμψη των κεριών
    στο κύμα της υδάτινης παγίδας.»
    * * * *

    Στραφτάλιζε βαρύ άρμα οχτάτροχο
    στη ρούγα του βυθού για τα ταξίδια.
    Στο ξάγναντο οι κοπέλες με τα γλύφανα
    λαξεύανε του θρόνου τα πλουμίδια.

    Συνόδευαν στο πλάι εφτά δελφίνισσες
    με κάτασπρους ασφόδελους του πόνου.
    Και σπάγανε με σάλαγο τα κύματα
    μικρές θαλασσοκράτειρες του θρόνου.

    Μνημόνευαν σοφούς πάνω στο δώμα της
    που σύριζαν βαριά μες στο σκοτάδι.
    Στο θάμπος των κεριών έμοιαζαν δαίμονες
    που πέταγαν πηγαίνοντας στον Άδη.

    Ανέβαζαν πνιγμένους όπου γνώρισαν
    τον θάνατο, κρυμμένοι στην αγκάλη τους.
    Νεράιδες των βυθών σκουτιά τους ντύνανε
    καθώς η νύχτα σκέπαζε τα κάλλη τους.

    Ομόθρονη στο εφτάπυλο τους δίκαζε
    μαντάτορας, πιστή της Αμφιτρίτης.
    Και πίσωθε ο Πρωτέας διαβολόσχημος
    ν’ αλλάζει, και να παίρνει τη μορφή της.

    Παντόθες οδυρμός, μέσα στο δώμα της
    συνάρχοντες, φρουροί, νεκρός που αγκομαχούσε.
    Στο φλίισμα του ακρόβραχου με ζύγωσε,
    και φώναξε η Σθενώ που αχολογούσε:

    «Θα μοιάζω από συθέμελα στην Έριδα!
    Σαν βράχος, που το κύμα μαστιγώνει.
    Βαριά όμως κατάρα στέκει απάνω μου
    που τώρα χίλια χρόνια με πληγώνει.

    Αν σ’ έκαμα να κλάψεις, για ό,τι αντίκρισες
    ακούμπησε άμα θέλεις πάνωθέ μου.
    Ο θάνατος κι αν χτύπησε αλάθητα
    ανάλαφρη πνοή μοιάζει του ανέμου.

    Πολύχρωμο χαλί σκέπει τα πέρατα!
    Με πορφυρό ο ήλιος βάφει όλα τα νέφη.
    Κι αποκοιμιέται – αν θες – ο πόνος μέσα μας
    στους ράθυμους ρυθμούς τα μάτια στρέφει.

    Γιώργος Ν. Μανέτας

  3. Νίκος Καββαδίας

    Λίγο πριν συμπληρωθούν εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Καββαδία, αισθάνθηκα την ανάγκη να προσδώσω σκέψεις συνακόλουθες των συναισθημάτων μου, ως ελάχιστο φόρο τιμής στον άνθρωπο και το έργο του. Στον άνθρωπο, που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της ύπαρξής του,
    στις καρδιές όλων μας. Ο ποιητής, σε πείσμα της τελειότητας, κατάφερε να τιθασέψει τα συναισθήματά του και να αποδώσει εικόνες
    και σχήματα, στο άξιο επαινετικής κρίσης έργο του. Ένα έργο προσωπικής μαρτυρίας και βίωσης, που αναδεικνύει την ανθρώπινη συμπεριφορά και την κάθε στιγμή της τραγικότητάς της.

    Ενεργοποίησε τους μηχανισμούς δράσης, εμβαθύνοντας και αφήνοντας τα συμπεράσματά του, να μας δονήσουν και να μας συνταράξουν: Απώλειες και απουσίες, το ταξίδι και η μοναξιά, η γυναίκα – θάλασσα, η νοσταλγία…

    Δεν προσπάθησε να δραματοποιήσει τη ζωή του ναυτικού. Η ίδια η ζωή του ναυτικού, είναι υποταγμένη στη μοίρα του, στ’ αδιέξοδά του, στις λιγοστές του συμπάθειες…

    Κατά μία έννοια, κρυπτογραφεί, σε χρόνια δύσκολα και μάχεται την αταξία. Προσεγγίζει τις όποιες ιδιαιτερότητες, αδυναμίες ή προτερήματα, καταγράφοντας τα σπουδαιότερα.
    Υπαινίσσεται και κινείται σε κατεύθυνση ανάδειξης
    των προβλημάτων, εγείροντας τις συνειδήσεις.

    Ανεξάρτητα της οποιασδήποτε θεώρησης ή διαπίστωσης, κατάφερε να ανατρέψει τις μέχρι τότε γνωστές ποιητικές φόρμες, μεταβάλλοντας μία παλαιά συλλογιστική, σε σύγχρονη και διαχρονική. Αυτό δεν του συγχωρέθηκε. Στην Ελλάδα, υπήρξαν φωνές που βιάστηκαν να μιλήσουν, να κατηγορήσουν…
    Τον είπαν αιρετικό και φέροντα τη στοιχειωμένη γραφή. Λίγοι κατάλαβαν, τι ήθελε να πει ο ποιητής, ο κοσμοπολίτης, με τις αριστερές φιλελεύθερες ιδέες, με τα αξεπέραστα όρια. Βέβαια, δεν είναι του παρόντος να αναφερθώ στον πολιτικό Καββαδία
    ή στους προσφερόμενους της συγκριτικής ποίησης.

    Θα παραμερίσω και θα αρκεστώ μόνο στα επωφελή:

    Ο λόγος, που μνημονεύω την ιδιαιτερότητα της προσφοράς του,
    είναι γιατί του οφείλουμε, εμείς οι ναυτικοί, οι πληγωμένοι
    από τα θραύσματα της θηλιάς των στίχων του, που από την πρώιμη εφαρμογή της εξελικτικής λεκτικής του εμφάνισης, βγήκαμε ευνοημένοι. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσοι ποιητές κι αν έρθουν, το κραδασμικό ποιητικό του ανάκρουσμα, θα είναι πάντα άξιο της παίδευσης και έμπνευσής του, απόρροια της ψυχικής και πνευματικής καλλιέργειας του ποιητή, που δημιουργικά μεταβίβασε και εξάντλησε ό,τι πραγματεύτηκε. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, τον τάξαμε ‘Μόνο Πρώτο’
    Κλείνοντας με τις ελάχιστες αυτές σκέψεις, και με τους αρμούς της δικής μου ψυχής, λιτούς από θλίψη, θα ήθελα, να αναφερθώ στον επικήδειο λόγο, που βρήκα στο βιβλίο «Ο Ναυτικός Και Το Πρόβλημα Της Μοναξιάς Στην Ποίηση Του Νίκου Καββαδία»
    του Γιώργου Δεληγιάννη – (1946-1992).
    Γράφει ο ίδιος: Θα τελειώσω με δυο λόγια αγάπης, που ειπώθηκαν τη μέρα εκείνη του Φλεβάρη στα 1975, πάνω στο μνήμα του ποιητή, όχι από ένα ομότεχνό του – και τον συνόδευαν πολλοί, όπως ο Τσίρκας, ο Τάσσος, ο Μόραλης, ο Παναγιωτόπουλος, ο Μπόστ, κ.ά. – μα από έναν συνάδελφό του, τον ναυτεργάτη Χρήστο Παντελίδη.

    «Αγαπημένε μας σύντροφε ποιητή, ο χτεσινός άνεμος, έφερε σε μας
    τους ναυτεργάτες, το πιο θλιβερό ραπόρτο. Το φορτηγό που περίμενες να σε πάρει, καθυστέρησε. Είναι τραβερσωμένο καταμεσίς του ωκεανού, ζωσμένο πούσι. Στα ποστάλια τέλειωσαν τα μαρκονίσματα. Οι ναύτες κρεμασμένοι στις σκαλωσιές, βάφουν τις άγκυρες, τραγουδώντας τα δικά σου τραγούδια…
    …Ένας μαρκόνης ανήσυχος, χτες αργά έστειλε το ραπόρτο στ’ αγαπημένα σου Μαραμπού, να μη γρυλίζουν πια…
    …Αδελφέ μας ποιητή, ξεκουράσου στην τελευταία σου κουκέτα. Στην πιο μικρή καμπίνα που γνώρισε ποτέ ναυτικός. Εμείς θα πάμε για σκάντζα βάρδια. Ένα καράβι που πλέει αλάργα χαμένο στο πούσι, αν βρεις τη ρότα του, θα μας πάρει. Για καλό κατευόδιο εμείς οι ναυτεργάτες σύντροφοί σου, σου αφήνουμε λίγο νερό φιλτραρισμένο απ’ τα μάτια μας, θαλασσινό νερό. Είναι μαζεμένο απ’ της θάλασσας τον καθάριο βυθό…
    Γιώργος Ν. Μανέτας
    Ποιητής
    Μέλος της Επιτροπής Κρίσης
    Νέων Μελών της Εταιρίας
    Ελλήνων Λογοτεχνών.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s