Τ’ Αργύρη το κοντρί

Απόσπασμα από το ποίημα «Το ξερριζωμένο δέντρο» του εθνικού μας ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:

….
– «Κατέβαινε ολοφούσκωτο προχθές το Δημοσάρι,
μουγκρίζοντας στο διάβα του, σα να ζητούσε αμάχη.
Δεν το βαστούσαν ριζιμιά, δεν το κρατούσαν φράχταις,
στο πέρασμά του εγέρνανε σαν να το προσκυνούσαν
οι σχίνοι, ταγριοπρίναρα. Το κύμα στο θυμό του
ερροβολούσε πάντα εμπρός, θεότυφλο, ωργισμένο,
και πέφτει κατακέφαλα μ’ όλη την ανδρειά του
για να ρουφήξη ένα κοντρί που τώφραζε το δρόμο.
Έστεκα εγώ κ’ εκύτταζα, κι’ απ’ τη βουβή την πέτρα
άκουσα τότε μια φωνή σαν νάβγαινε απ’ τον άδη.
– «Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε να σκιάζης άλλους,
εμέ μ’ επάτησε βαρύ ποδάρι ανδρειωμένου,
μ’ εστοίχειωσε το αίμα του, κ’ είμαι θεμελιωμένο
για να φωνάζω ανάθεμα σ’ εκείνους που προδίνουν.
Είμαι τ’ Αργύρη το κοντρί, είμαι τ’ Αργύρη ο τάφος».
….

[Το κοντρί τ’ Αργύρη σύμφωνα με την παράδοση, στην κοίτη του χειμάρρου Δημοσάρι, κοντά στο Νυδρί]

kontri_tou_argyri

Γράφει στα προλεγόμενα του ποιήματός του «Το ξερριζωμένο δέντρο» ο ποιητής μας Αριστοτέλης Βαλαωρίτης:

«Εγεννήθη ούτος (σημ.: εννοεί τον Αργύρη) κατά το 1799 και μόλις έφηβος ησπάσθη το είδος εκείνο του βίου, όπερ παρά μεν τοις ευνοουμένους έθνεοι υποδεικνύει άκρατον τάσιν προς την βιαιοπραγίαν, εθεωρείτο δε παρ’ ημίν ως εξαιρέτως ιδιάζον προς μόνους τους γενναίους και τους τολμητίας. Ουδ’ εβράδυνε να γίνη γνωστός ο Αργύρης δια το ακαταδάμαστον του ήθους, και εν ταις νυκτεριναίς αυτού εκδρομαίς ενέσπειρε τρόμον παριστάμενος ως νυκτερόβιον φάσμα, επιβάλλων την θέλησίν του και απαιτών σεβασμόν και υπακοήν εις τας ορέξεις του.

Τότε ηράσθη και Ελένης τινός, θυγατρός Μιχαήλ του Περδικάρη, εκ του χωρίου Καλαμίτζι, καθ’ α δε προκύπτει εκ του παρά πόδας δημοτικού άσματος, ο έρως αυτού δεν απεκρούετο. Αλλ’ οι γεννήτορες της νεανίδος απέρριψαν επιμόνως τας περί του γάμου προτάσεις του Αργύρη και η άρνησις αύτη διέγειρεν εν τη αγρία ψυχή του μνηστήρος άσβεστον ζηλοτυπίαν και ακατάσχετον πόθον εκδικήσεως. Εκήρυξεν επομένως πόλεμον κατά της οικογενείας της Ελένης, κατέστρεψε πολλά των κτημάτων αυτής, επλήγωσε καιρίως ένα των συγγενών της και τέλος ενεδρεύσας απήγαγε την κόρην και βιάσας αυτήν την απέπεμψεν, αφού δια του ξίφους κατέκοψεν αυτής τας παρειάς επ’ ελπίδι ότι ούτω πως ηκρωτηριασμένην ουδείς ήθελέ ποτε την ορεχθή.

Μετά το κακούργημα τούτο εκηρύχθη εκτός της προστασίας των νόμων και αδρά ωρίσθη η αμοιβή επί τη κεφαλή αυτού. Περιέζωσαν τα όρη τακτικοί και έκτακτοι χωροφύλακες, αποσπάσματα της αγγλικής φρουράς εξήλθον ως εις άγραν θηρίου τινός, και όμως επί δεκαπέντε ολοκλήρους μήνας ο Αργύρης εδυνήθη να παραταχθή μόνος, τυγχάνων πανταχού προστασίας και περιθάλψεως, ίσως διότι πάντες έβλεπον μετά δυσμενείας νεανίαν ομόθρησκον και γενναίον, ασπλάγχνως ιχνηλατούμενον υπό αλλοφύλων και ετεροδόξων.

Ό,τι όμως αι αγγλικαί λόγχαι δεν ίσχυσαν να κατωρθώσωσι, το κατώρθωσεν η διαφθορά, και δύο εκ πνεύματος συγγενείς αυτού και φίλοι, ο Πατράλας και ο Νικόλαος Κούρτης, αφού πρώτον αδελφικώς συνεδείπνησαν μετά του Αργύρη, δολίως τον εφόνευσαν, πυροβολήσαντες κατ’ αυτού εκ των νώτων, ενώ προεπορεύετο αμερίμνως κατά την 22 Αυγούστου 1827.

to_kontri_tou_argyri3

Οι δολοφόνοι, γενόμενοι μισητοί, κατέλυσαν τον βίον εν κατάραις και εν αναθέμασι. Πιστεύεται δε ότι η πέτρα, εφ’ ης έπεσε και ην έβαψε δια του αίματός του Αργύρης, παρασυρθείσα βαθμηδόν υπό των υδάτων, υπάρχει σήμερον μακράν του τόπου, ένθα απ’ αρχής έκειτο, και ότι είναι αυτή εκείνη, ην προ χρόνων χωρικός τις μοι υπέδειξεν εντός της κοίτης του χειμάρρου και ήτις διεκρίνετο δια της επωνυμίας το κοντρί του Αργύρη, πλησίον του μέρους, όπου εις τον αναβαίνοντα εκ της πεδιάδος παρίσταται αριστερόθεν υψηλός απότομος βράχος, παρά τους πρόποδας του οποίου μεγαλοπρεπής πλάτανος επισκιάζει μικροσκοπικόν και πενιχρόν νερόμυλον».

[Νερόμυλος στις όχθες του χειμάρρου Δημοσάρι, κοντά στο κοντρί τ’ Αργύρη]

kontri_tou_argyri2

Το τραγούδι του Αργύρη
Τρία πουλάκια κάθονται στης Εγκλουβής τα μέρη,
τόνα τηράει τη Βαφκερή, τάλλο το Καλαμίτζι,
το τρίτο το καλλίτερο μοιρολογάει και λέει:
– «Δε σ’ τούπα εγώ, χρυσό πουλί, δε σ’ τούπα εγώ η Ελένη
στην Εγκλουβή να μη διαβής μάδε να μην περάσης,
με Κούρτη φίλος μην πιαστής και μπέσα μην του δώσης,
γιατ’ είν’ ο Κούρτης άπιστος και θε να σε σκοτώση;»
– «Νάθε το ξέρω από βραδύς, νάθε το καταλάβω,
να κάμω την Πετράλαινα να κλαίη νύχτα μέρα».
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Δήμος Ελλομένου, Ιστορία, Λαογραφία, Παράδοση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s